Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

Ίος











Στη σβούρα

σταυρός με φώσφορο.

Εγώ,

στο κάδρο

φωτογραφία

με κουνημένο κεφάλι

η μάνα μου δε με γνωρίζει.

"Ποια είναι αυτή", λεει,

"η μαϊμού...."

"Εγώ μάνα..."

Δαγκώθηκε.

Θυμήθηκε πως εκείνη με γέννησε,

αλλιώς με ήθελε,

δεν ξέρει πως.

Μ΄έστειλε να ξαναβγάλω φωτογραφία

πριν τυπωθεί, πέθανε.

Θέλω ο γιος μου να ΄χει φωτογένεια.

Κλήρος κι αυτός

να΄σαι γονιός και να΄μαι γιος

δικός σου και δικός μου.

Κρασί χρονώνε

ψημένο σε βαριά δόγα,

περασμένο από δισκοπότηρο

έπινες, μάνα,

μοσχαναθρεμμένη και νταντεμένη ήσουνα.

Και εσύ πατέρα...

σε πότιζε η ανάγκη

στου ενού και τ΄αλλουνού τη δούλεψη

κι ανάκατο

με ξίδι και νερό σου το ΄διναν

κι έγινες σκληρός και βάρβαρος

δυνατός κι ωραίος.

Μπερδευτήκαμε κι οι τρεις μέσα μου,

χημείο,

ξίδι και μέλι

λουλούδι κι αγκάθι.

Γέλιο και δάκρυ.

Εγώ ειμ΄αυτός,

ο γιος σας,

καμαρώστε με και φυλαχτείτε.

..................................................

Θέλω κάπου τα πράγματα

να τα εξουσιάζω,

ωστόσο....

πάντα εξουσιάζομαι

κι εξουσιάζομαι, από πράγματα που

νομίζω πως εξουσιάζω

κι ειν΄η ζωή αλλόκοτη,

μαζί μικρή κι ωραία,

πίσω μπρος, πάλι πίσω, παραπίσω...

τίποτα;!

κι όμως...θα με βόλευε να πίστευα πως

θα ξαναγεννηθώ.

Έχω καιρό θα' λεγα

σιγά σιγά... αύριο...

μα δε θυμάμαι τίποτα

από τον πρώτο δρόμο...

...Τούτος ο δρόμος,

ο πρώτος κι ο στερνός!;

Ν. Καλογερόπουλος