Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Γυμνά χέρια , Τάσος Λειβαδίτης


Κανείς δε θα μάθει ποτέ
με πόσες αγρυπνίες συντήρησα τη ζωή μου,
γιατί έπρεπε να προσέχω,
κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη,
που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη,
φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος,
τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν,
προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος
να βλέπω κρυμμένο το μυστικό
που φθείρουμε ζώντας,
και πώς θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια
……και συχνά αναρωτιόμουν,
πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι,
καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους
για να το εξακριβώσω,
μα ήξερα πως ήταν κι οι άλλοι,
που πονούσαν με γυμνά χέρια,
άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι
που δεν ξανάφευγαν,
κι ας μην τους έβλεπα,
έβλεπα, όμως, τους αμαξάδες τους
που γερνούσαν και πέθαιναν έξω στο δρόμο,
……ώσπου βράδιαζε σιγά σιγά,
κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια,
και να μην ήταν άρπα,
αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη
που συνοδεύει τους θνητούς.