Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ



ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΟΥ

Ανάσες μπήγονται στα στήθια μου
Και σκαλίζουν με τα νύχια τους
Καλά θαμμένες αναμνήσεις
Ανεμίζουν και σπάνε
σε βράχους ποτισμένους υγρασία

«Ζω» σε μια πόλη
με κομμένα φτερά
σπαρμένη με έκπτωτους Αγγέλους
μυρίζει θυμίαμα
και σάπιες υποσχέσεις

Περιπλανιέμαι στα σοκάκια της
Πολεμάω με τις σκιές της
Ξεκοιλιάζω κάθε ελπίδα της
Μετανοώ που την πληγώνω
Και πάλι την ξεκοιλιάζω

Ουρλιάζει μέσα μου
Πως δε με θέλει…
Κλείνω τα αυτιά μου
Σφαλίζω τα μάτια μου
Κλειδώνω την καρδιά μου

Και ήρεμα απογοητεύομαι…

Μ.Ι.Π.Σ 29-12-11 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Τελευταία πράξη


Ξέρεις τι  είσαι;
Σφαίρα σφηνωμένη στο μυαλό μου είσαι!
Ατσάλι και πυρακτωμένο σίδερο
λιώνεις… κυλάς στις φλέβες μου
Ξεχειλίζεις από παντού…

Τα κύτταρα σου με πονάνε…
Σαν καρφιά τρυπούν το είναι μου

Μα δε σε θέλω πια!
Σε αποβάλω
σαν κακέκτυπο της μήτρας μου.

Τινάζω το μυαλό μου στον αέρα
Εξανεμίζομαι…
Κομμάτια η μορφή σου
-Αλλού τα χέρια,
αλλού τα μάτια,
αλλού το γέλιο σου-
Κομμάτια ατίθασου παζλ
σε πετάω στον αέρα

Κόβω τις φλέβες μου
και σε κοιτάζω
να χύνεσαι στη γη
Γονατίζω και σε γδέρνω
Τα νύχια μου μπήγω στις σάρκες σου
και τα κυλάω πάνω μου
απαλά να σε νιώσω
-έτσι- ελαφρύ και άυλο

Σε γλείφω από το χώμα
- τελευταία απέλπιδα
πράξη αφοσίωσης-

Όμως μυρίζω σάπιες
ελπίδες στα νύχια…

Δε νιώθω τίποτα πια
Κλείνω τα μάτια
Ξαπλώνω στη γη
Βυθίζομαι μέσα της
Νεκρή- χωρίς εσένα.
                        mips

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Θυσία

Μου έλεγες  για τους ανθρώπους
ότι τους πνίγει η σιωπή.
Δε μιλάς!

Εσύ,
που έδινες μαθήματα ζωής
για παραγγέλματα  Θεών.
Τώρα;
Πώς να πιστέψω σε Θεούς,
όταν με πνίγει η σιωπή σου; 

Εγώ,
σαν τον μελλοθάνατο
που δεν του έδωσαν δικαίωμα
τελευταίας επιθυμίας,
τελώ θυσία.

Οι Θεοί δεν ήταν άδικοι .
Έριχναν κεραυνούς,
έπαιζαν με τρίαινες,
τοξοβολούσαν τα θύματα τους .
Ούτε για θύμα σου δεν άξιζα…

Νέκταρ και Αμβροσία,
ψυχή και σάρκα,
 δάκρυ και αίμα
για σένα τα κρατούσα.

Θεός εσύ, αλάθητος.
Θνητή εγώ, γεμάτη πάθη
κατάλαβα …
Ευθύνη εγώ για την καταδίκη μου.
Και συ για την αγάπη μου ευθύνη.  

Ήθελα να σε λατρέψω…
Σφαγή να γίνω στο βωμό σου…
Θυσία στα πόδια σου…
Ήθελα…
Μα οι Θεοί αποφασίζουν!

Τώρα πια
Πανό διαμαρτυρίας
τα σπλάχνα μου
για Θεούς που δεν υπήρξαν…

Υ.Γ.  Δεν ξέρεις όμως κάτι…
«Τίποτε νεκρό δεν ξαναπεθαίνει»
Σκότωσα αυτό που αγαπώ.
Νάτο…
Το διαβάζεις.
Είναι προσφορά.
- mips -


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Άραγε ακούς αυτή τη σιωπή;



Κάτι νυχτώνει εντός μου
Χρόνια τυφλότητα
Κάτι γιορτάζει
Βαθιά στην ψυχή
Ένα βλέμμα δικό σου
Κα ξαναβλέπω φως…
Έτοιμη να σφίξω το χέρι σου
Και να ρεύσει μέσα μου
Λιωμένος άργυρος η φωνή σου

Άραγε ακούς αυτή τη σιωπή;
mips

Τα «γιατί» του κόσμου



Είναι φορές που γελάω
Χωρίς να ξέρω γιατί
Είναι φορές που μιλάω
Χωρίς να ξέρω «γιατί»
Είναι φορές που ρωτάω
Χωρίς να ξέρω «γιατί»

Μα κάθε φορά που σκέφτομαι
Ψάχνω όλα τα γιατί του κόσμου
Κι αναρωτιέμαι «γιατί»

Κάθε φορά νιώθω τόσο μικρή
Μπρος στην αιωνιότητα
Κοιτώ παρελθόν και μέλλον
Ενώ στον χρόνο υπάρχει
Μόνο το «τώρα»
Και το «πολύ αργά»

Μικρό αστέρι ο άνθρωπος
Μικρότερο εγώ
Ξέρω πια
Πως…

Κάθε φορά που γελάω
Είναι γιατί κυλάω στο αίμα σου
Κάθε φορά που μιλάω
Είναι γιατί ακούω τις σιωπές σου
Κάθε φορά που κλαίω
Είναι γιατί και που σκοτείνιασα
-          Μικρότερο αστέρι εγώ -  
Δεν έπεσα στο γήινο χώμα

Είμαι αυτή που δίπλα μου ζεις
Χωρίς να με βλέπεις
Είμαι αυτή που δίπλα μου μιλάς
Χωρίς να με ακούς
Είμαι αυτή που δίπλα μου γελάς
Χωρίς  να με θυμάσαι

- Μα εγώ ξεχνώ και θυμάμαι
Και κλαίω όταν με συγχωρείς
Και επιστρέφω όταν μετανοείς
Και λυγίζω μόνο που ανασαίνεις -

Είμαι αυτή που όταν πεθάνω
Θα βρω λευκό στη ζωή μου
Δημιουργός: mips

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Αφιερωμένο...


Κάποτε... 

χρωμάτιζα τα όνειρα μου 
με το χρώμα της αγάπης σου.
Κάποτε...
ταξίδευα με τα μάτια σου
σε απέραντους ωκεανούς.
Κάποτε...
λάτρευα την μουσική 
γιατί ήταν γλυκιά σαν την φωνή σου.
Κάποτε...
αγαπούσα την ζωή γιατί εσύ ήσουν η ζωή μου.
Κάποτε...
έτσι ήταν η ζωή μου
σαν όνειρο
σαν ένας κήπος 
με πολύχρωμα λουλούδια.
Μα...
ήρθε μια στιγμή
που μίσησα τα όνειρα
την ζωή
και έγιναν πολλές αυτές οι στιγμές.
Κάποτε...
μετά απο καιρό,
ξαναβρήκα τον εαυτό μου
και χαμογέλασα στην ζωή.
Τώρα...
κοιτάζω μπροστά
σε ένα αβέβαιο μέλλον
με μια μικρή ελπίδα στην ψυχή μου
να σιγοκαίει.
Τώρα...
θέλω να ξανανθίσουν 
τα λουλούδια στον κήπο μου. 
Τώρα...
θέλω
να ξανανιώσω την αγάπη στην καρδιά μου.
Μα...πιο πολύ απο όλα ξέρεις τι θέλω;
Να είσαι σε μια άκρη στον κήπο μου
και να με βλέπεις
να με βλέπεις να ζω
Τώρα ίσως έγινα κι εγώ σκληρή
σαν εσένα.
Τώρα...
θέλω να πονέσεις
κι ας πονέσω μαζί σου
αγάπη μου...


Δημιουργός : ΜΙPS 

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Έφυγες


Το ποτάμι


Είναι μέρες τώρα που αναρωτιέμαι τι είναι ο άνθρωπος….
Είναι ποτάμι ορμητικό που σε συνεπαίρνει με τη δίνη του. Σε ξαφνιάζει με τη δροσιά του. Σε παρασύρει και νιώθεις πρόσκαιρη ευτυχία. Και μετά ανακαλύπτεις ξαφνικά πως το ποτάμι είναι θολό. Σε ρουφάει, σε παρασύρει,  σε καταπίνει και συ βουλιάζεις και χαίρεσαι. Δε θέλεις να σωθείς. Νιώθεις τις λάσπες του να κολλάνε επάνω στο κορμί σου και τις θεωρείς ιάματα. Βρωμίζεις και χαίρεσαι. Στον πάτο ξαπλώνεις και ηρεμείς. Τα πνευμόνια σου γεμίζουν θάνατο και χαίρεσαι. Λυτρώνεσαι από την απάθεια και κερδίζεις τη ζωή. Ελπίζεις να σωθείς. Ελπίζεις να χαθείς. Δεν ξέρεις τι ελπίζεις. Σε τι να ελπίζεις; Το ποτάμι είναι βρώμικο. Σε φτύνει. Σε ξερνάει. Δε μπορεί να ανεχτεί που το πλησίασες, που μπήκες μέσα του. Σε ρήμαξε και συ το νιώθεις σαν κομμάτι του εαυτού σου. Πως γίνεται; Εσύ ήσουν αέρινη. Δεν το ανεχόσουν το νερό. Καιρό στεκόσουν και κοίταζες τα ποτάμια να περνούν από δίπλα σου και δεν ήθελες ούτε το βλέμμα σου να σπαταλήσεις. Και τώρα; Γιατί να θέλεις να ξεδιψάσεις με απόνερα; Σκέψου… δεν είναι λογικό! Μα χωράει λογική, όταν σε άγγιξε η ψυχή του; Πενθείς… πενθείς και χάνεσαι για λίγα λασπωμένα απόνερα. Βουλιάζεις για μια ακόμα φορά και νιώθεις σταγόνα που σε ξέρασε το ορμητικό ποτάμι… και στάζεις… Στάζεις σταγόνες και συ…
Έτσι είναι ο άνθρωπος. Ποτάμι  θολό και βρώμικο… Μη ψάχνεις άλλο μέσα του. Τίποτα δε θα βρεις. Απογοητεύσου ήρεμα πια…  
mips

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Zωή εν Ψυχρώ

Από καιρό προμελετημένο το έγκλημα 
Γάζωνα κάθε μέρα τον τρόπο 
Δυο πυροβολισμοί τα μάτια μου 
Πυρ το στόμα μου 
Σκανδάλες τα δάχτυλα μου 
Πεδίο βολής το σώμα μου 

Από καιρό προμελετημένο το δίλημμα 
«Ποιόν θα σκότωνα και γιατί;» 
Σαν τον μελλοθάνατο – νιώθω – που δεν του δίνουν 
δικαίωμα τελευταίας επιθυμίας 
Του διοχετεύουν σιωπές 
και τον σκοτώνουν εν Ψυχρώ 

 Από καιρό προμελετημένο το θύμα… 

Δεν έχω παρά μόνο ένα στόμα, 
για να καρφώνω τις λέξεις 
για τόσα χαμένα πράματα 

Δεν έχω παρά μόνο δυο μάτια, 
για να δακρύζω ποιήματα 
χωρίς να μάθω ποτέ το «γιατί» 

Δεν έχω παρά μονάχα δυο χέρια, 
για να κρύβομαι μέσα τους 
και να συν – θλίβομαι 

Δεν έχω παρά μόνο ένα κορμί, 
για να το θρέφω με σημασίες 
μελετημένες σαν χειραψίες 

Τελευταία μου κατοικία, 
σφαίρα βιδωμένη στο μυαλό, 
γιατί αμάρτησα, 
ας γίνει μια λέξη – τιμωρία: 
ΠΥΡ! 

Συγνώμη! 
Το μέλλον μου αργεί πολύ ακόμα… 

Θα ζήσω σαν έγκλημα ,λοιπόν… 
Ζωή ΕΝ ΨΥΧΡΩ 

Υστερόγραφο: 
Εκείνο που θα με συντρίψει 
είναι μια λεπτομέρεια 
που πέρασε απαρατήρητη 
"Αλίμονο, αν μαθαίναμε 
όσα μας έχουν συμβεί!"

Δημιουργός: Mips

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2011

Πνιγμός

 Βυθίζεσαι σε τεχνητά νερά. Το κορμί σου δεν υπάρχει. Φόρεμα λευκό, μαύρα μαλλιά, μαβιά νύχια. Μόνο αυτά. Ελευθερώνεσαι…
Γέρνεις το πρόσωπο σου στο πλάι και αυτοβυθίζεσαι .Τα πόδια σου λυγίζουν εμβρύου στάσεις. Κύκλοι βγαλμένοι από το στόμα σου, τελευταίες ανάσες .Τα μαλλιά σου υγρά ανεμίζουν και σχηματίζουν σύννεφα. Αγκαλιάζεις το σώμα σου, τελευταίο δείγμα αυτολύπησης, ενώ λευκά κεριά -τριαντάφυλλα επιπλέουν. Και συ φουσκώνεις μπαλόνια κόκκινα. Τόσο σε νοιάζουν οι τελευταίες σου ανάσες…
Ανεμίζεις  τα βλέφαρα και κοιτάς με βλέμμα άδειο. Χαράζεις με τα νύχια σου πληγές, γαντζώνεσαι από το πουθενά. Στάλες κόκκινες τρέχουν στους τοίχους, ξεβάφουν το γαλάζιο. Το χέρι αιωρείται και συ στροβιλίζεσαι, κοιτώντας τον ουρανό. Γονατίζεις και κλαις και τα χέρια σφαλίζουν το πρόσωπο σου, να μη κοιτάς ούτε μπρος, ούτε πίσω…
Ακουμπάς σε τοίχους κι απελπίζεσαι. Σφίγγεις τα δάχτυλα των ποδιών σου και τα χορτάρια σε γαργαλούν ευχάριστα. Με το κεφάλι ψηλά νιώθεις τα αιώνια δέντρα  να απλώνουν τα χέρια τους  και γονατίζεις… και καταρρέεις, γιατί λευκό κελί είναι η ζωή σου και οι άλλοι κόκκινα κεριά που τρεμοσβήνουν και χάνονται… Και συ σκυμμένη ανάμεσα σε μπαλόνια κόκκινα σαν έμβρυο τυλιγμένη με τα δυο σου χέρια, προσπαθείς να σε κρατήσεις ζωντανή.
Σηκώνεσαι… ανάβεις ένα ακόμη κόκκινο κερί και ηδονίζεσαι από την φλόγα του. Κι αυτή αργοπεθαίνει. Τα νύχια σου μπηγμένα πια σε βράχους, τα πόδια σου βαδίζουν νωχελικά χωμάτινα μονοπάτια. Ξυπόλητη είσαι, όπως γεννήθηκες  και επιστρέφεις στο λευκό κελί σου.  Και βάφεις πάλι τους τοίχους κόκκινους.  Εκσφενδονίζεις ποτάμια. Ματώνεις. Παραπατάς. Σκουπίζεις το κραγιόν σου. Ορθώνεσαι και ουρλιάζεις: «Πεθαίνω…»
Και  ταλαντώνεσαι με φόντο το γαλάζιο. Τελευταία πράξη: Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Τα χείλη σου βάφεις  και ζωγραφίζεις αυλάκια που τρέχουν στο λαιμό σου. Και πάλι για τελευταία φορά στα δέντρα ψιθυρίζεις πόσο τα αγαπάς . Έπειτα σβήνεις τα κόκκινα κεριά και στροβιλίζεσαι με το λευκό σου φόρεμα. Ουρλιάζεις και ορθώνεσαι! Ξυπνάς απ’ τον υγρό σου θάνατο!
Μα μέσα σου ουρλιάζεις: «Πεθαίνω!»
Μια χαμένη ψυχή είσαι πια… Σταμάτα να ουρλιάζεις!
Μips

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Απομόνωση



Τρεις το πρωί, ησυχία. Πίσω από τους τοίχους του δωματίου τούτου, της απομόνωσής μου, οι δρόμοι είναι μόνο εκείνοι, που μιλούν. Μου γνέφουν όνειρα, μου πλάθουν είδωλα, μου σαλεύουν το νου. Τους μισώ, τους πατώ. Μπήγω στη σάρκα τους τα ιδρωμένα μου ύπατα και ηδονίζομαι. Γελώ από ευτυχία, που δεν κατάφεραν να με παρασύρουν σ' αβέβαια ταξίδια...

Τώρα κλαίω. Τώρα είμαι ξαπλωμένη στην πολυθρόνα, στο μοναδικό αντικείμενο της άστατης ζωής μου. Καπνίζω τον άνεμο, πίνω τη βροχή, βρέχω το πάτωμα, ραγίζω τα χάρτινα παραπετάσματα του νου, του παραθύρου μου. Ιδρώνω και κλείνω τον ιδρώτα μου βαθιά μέσα στις χούφτες για να ελευθερωθεί κι έπειτα φεύγει και γίνεται πνοή η ανάσα μου.

Κοιτώ τον τοίχο. Προσπαθώ να μαντέψω τη σκέψη του. Αν και είναι χλωμός, είναι χαρούμενος. Του κερνάω τσιγάρο. Το 'χει κόψει, του προσφέρω ποτό είναι ήδη ζαλισμένος, του λέω καληνύχτα, δεν απαντά, κοιμάται από χθες.

Ένα πουλί διασχίζει το δωμάτιο. Θέλει να πετάξει. Πετά. Φτάνει μέχρι το ταβάνι και προσπαθεί να το φάει με το ράμφος του. Έχει ανοίξει ήδη μια μικρή τρυπούλα! Κουράγιο φίλε, σε δέκα χρόνια θα 'σαι έξω. Θα δεις τον ουρανό κι έπειτα θα πεθάνεις, γιατί δε θα μπορείς να αντέξεις το φέγγος του ήλιου, μια και δεν το γνώρισες ποτέ. Όνειρα, όνειρα... Ονειρεύομαι όνειρα όμως δε θέλω, δε θέλω να ζω με ψευδαισθήσεις.


Κοιτώ τα χέρια μου. Δεν είναι ίδια! Το δεξί είναι της μάνας μου. Τ' άλλο κάποιου ανθρώπου που λέγεται πατέρας ή κάπως έτσι. Ψάχνω μες το σκοτάδι τα δικά μου. Πανικοβάλλομαι. Τρέχω μέσα σε τούτο το κλουβί τρέχει και το πουλί μαζί μ' εμένα. Μ' ενοχλεί, μ' ενοχλεί, μ' εμποδίζει, το πατώ, πεθαίνει...

Ο Αγώνας συνεχίζεται. Η αναζήτηση φτάνει στην κορύφωσή της... Το μόνο που ζητώ είναι ένα χέρι γεννημένο από τη μάνα μου, που να μοιάζει και ν' ανήκει σ' εμένα. Αύριο. Αύριο θα συγυρίσω τούτο το αχούρι. Αύριο που θα 'χω βάλει τα δικά μου χέρια.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Στην Προκρούστεια κλίνη (Εσωτερικός διάλογος)



Σκάβω της ψυχής μου τη συσκότιση…
Αίμα, πάγος και δάκρυα με κατοικούν.

Και μια κραυγή που ψάχνει στα τυφλά,
με σκουριασμένα χέρια, να βρει την έξοδο της.

Και μια ανάσα ασθενική που αργοπεθαίνει,
σαν εμβατήριο που παίζουνε ρακένδυτοι βιολάρηδες.

Και ένας βρόχος συρμάτινος, λεπτός,
φτιαγμένος από βρωμερό ψέμα και αχαριστία.

Κι ένας πόνος που ξεσκίζει τα σωθικά,
για όσα δε μπόρεσε η ζωή να μου διδάξει.

Κι ένα βλέμμα - καρφί που σαπίζει τις σάρκες,
μάρτυρας της μέγιστης ηλιθιότητας μου.   

Το αδιέξοδο βαθύ, ρουφάει κάθε ψήγμα ελπίδας…

Κι ο λόγος μου  παραλήρημα που κλαίει:
«Ακρωτηριάζω τις ουλές πάνω στο νεκρό μου σώμα,
με δημιουργίες που ζητούν φευγιό στης ποίησης τη γέννα.
Στις χαραυγές ξεχνιέμαι, αναζητώντας φως σε μήτρες έναστρες.
Και ως το πυρωμένο σούρουπο αναμένω αέρινες σιωπές
να δώσουν το μετά θάνατον φιλί της ζωής.
Έστω ένα φιλί μοναδικό, έγχυμα αέναης αγάπης
να ξεριζώσει τις πληγές  που αφήνουν κατακάθια.

Και παραδίνομαι! Μαραίνομαι! Μου παίρνω τη μιλιά!
Και αυτομολώ! Βυθίζομαι! Μου παίρνω τη σιωπή!
Και παραπαίω σαν σχοινοβάτης που δαμάζει νέα ύψη.
Και χάνομαι… μες της ψυχής μου τη συσκότιση.
Και χαρίζομαι σε θάλασσες μαβιές που ευωδιάζουν πίκρα.
Και ονειροκρίνομαι δυο φορές την εβδομάδα
για λάθη παρελθοντικά και μέλλοντα.
Και πάλι ξεγελιέμαι πως θα’ ρθουν μέρες διάφανες.
(Μα έρχεται κατακάθεται της νοσταλγίας η σκόνη,
γι’ αγάπες που δε ζώθηκαν με μύρα σαρκωμένα.)
Και με περιγελώ που ακόμα γεύομαι πράσινες αυταπάτες
για ελευθερία ή θάνατο, ενώ μου έχω τάξει
πως στης ζωής την άβυσσο δεν έχει διεξόδους.
Μόνο θηλιές και πλέγματα να με κρατούν αιώνια.
Εμέ, Προκρούστεια γυνή, θύμα του εαυτού μου.»
 Δημιουργός : MIPS 

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

Πρώτη συνάντηση


ΧΡΟΝΟΣ:
Νύχτα ποτισμένη
με μεθυστικά αρώματα.
Δυόσμος και βασιλικός.
Μαζί κι αλμύρα..

ΤΟΠΟΣ:
Στο δάσος με τις κυδωνιές….
Στυφό στη γεύση παρελθόν,
μα σα μαγειρευτεί σωστά,
γλυκό το μέλλον.

ΛΕΞΕΙΣ:
Άπνοια.
Λαχτάρα.
Χαρά.
Φόβος.
Βλέμμα.
Άγγιγμα…
Άπνοια!

ΜΕΣΟ:
Παράλληλοι δρόμοι
που τέμνονται αφύσικα
πλέκουν
κουβάρια-λαβύρινθους
συναισθημάτων

ΠΡΑΞΗ:
Τεχνητή αναπνοή ανάνηψης
Μισάνοιχτα χείλη
δίνουν-παίρνουν.
Βλέμμα-Καρφί
Νύχια-Λύσσα
Χέρια-Κόμποι
Πόδια-Αιχμάλωτοι
Ειρήνη-Πόλεμος
Πόλεμος-Ειρήνη
Ζωή-Θάνατος
Ανάσες…
Νεκρανάστημα…

ΤΕΛΟΣ:
Καλημέρα άγνωστε… γνώριμε εαυτέ μου!
 Δημιουργός : Mips


Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Η πορεία μιας θνησιγενούς απορίας: ΖΩΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ;



Στη γη των Μακάρων – ΜΕΡΟΣ Ι

Ψυχές βυθισμένες σε κενά απόγνωσης
άφησαν το « σήμα» και ντύθηκαν τη γη.
Κατεβαίνοντας του Άδη μονοπάτια,
σκίρτησαν από φρενιασμένα στόματα.
Αναζητώντας κρουνούς ελπίδας,
ούρλιαξαν για χέρια ζωντανού.
Μάταια…

Καταβροχθίστηκαν σε αραχνιασμένες τρώγλες.
Ζητιάνους βρήκαν μανιασμένους
που ούρλιαζαν για μια στάλα αίμα.
Ξεσκισμένα βλέμματα, οδύνες χάριζαν
κι έταζαν μια λέξη αθανασίας
στους κόσμους της σιωπής.
Μάταια…

Τοίχους συνάντησαν σπηλαίων άβατων
Στάθηκαν και παρατηρούσαν
τα Είδωλα του Πάνω Κόσμου.
Θλιβερά απεικάσματα των « όντως όντων»
που ξεγελούσαν ακόμα και τους αθανάτους.
Τα άγγιζαν, τα μύριζαν, τα έγλειφαν
Μάταια…

Φωτιές σιγόβραζαν μα δεν τις έβλεπαν.
Τυφλοί, αυτήκοοι μάρτυρες σε κώμα
Χορτασμένοι από μιάσματα και φρεναπάτες
αρνούνταν να βγουν από το Σκότος.
Είναι γλυκό το Έρεβος που κρύβει τα ανείπωτα
Τα άρρητα τα πάθη
Μάταια…

Καραγκιοζοπαίχτες, βαστώντας τις φιγούρες τους
σκορπούσαν έωλα μηνύματα ολούθε.
Μα ποιος άκουγε; Ποιος έβλεπε; Ποιος ένιωθε;
Όλοι σκυμμένοι, απόκοσμοι…
Τρελοί απεγνωσμένοι, αυτόβουλα ικέτες
για μια φυγή που συνεχώς αρνούνταν
Μάταια…

Νεκροζώντανοι που πάλευαν
να γίνουν άνθρωποι ξανά,
πετώντας από πάνω τους τα αραχνιασμένα σάβανα
Να βρουν μια χαραμάδα ελπίδας
από το βουβό οικειοθελή τους θάνατο.
Καρφιά και αλυσίδες τους βαστούσαν
Μάταια…

Μιαν ώρα…
Κατακλείστηκε η Γη των Μακάρων
από αχτίδες φωτός
Έρεβος και Ήλιος
αιώνιοι αντίπαλοι μάχονταν σώμα με σώμα.
Πάλευαν ανάμεσα σε Ζωή και Θάνατο.
Οι φωτεινές ριπές πυρπολούσαν το σκοτάδι
κι αυτό ρουφούσε αχόρταγα τα βέλη
Μα όχι μάταια…

Τέλος ο πόλεμος δεν έχει,
Μα έχει ελπίδα λύτρωσης

Από την πάλη αυτή
η πρώτη διδάξασα των Ζωντανών Ηλιόφωτων
η πρώτη ηττημένη
το πρώτο λάφυρο των νικητών
φαντάζει η ματαιότης.

 Δημιουργός :ΜIPS