Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Μετάγγιση πνεύματος


Δε ζούσα πριν σε γνωρίσω
Αυτοενεχυριαζόμενη ήμουνα
Στις φλέβες μου δεν κυλούσε αίμα
Πάγος ήταν σφηνωμένος
και μου πονούσε τα χέρια
Δεν έβλεπα
Εθελούσια τυφλή
Σιωπές με κατοικούσαν
βαθειά… τόσο βαθειά
Τρίσβαθα
Δε μίλαγα
εθελούσια
Δεν άκουγα
εθελούσια
Ξέρεις τι είναι ψίθυροι
να σου σκάβουν το μυαλό;
Λέξεις-καρφιά να σε τρυπάνε;
Και να σε ματώνουν;
Και να μη φεύγουν;
Να σε ματώνουν;
Και να πεθαίνεις;
Και να το θέλεις;
Και να υγραίνονται τα μάγουλα σου
από τις σταγόνες της μοίρας σου;
Και να νοιώθεις την αρμύρα στα χείλη
Και να μη θέλεις ποτέ να τελειώσει;
Και ξέρεις ποιο είναι το πιο αστείο;
Μια ζωή μισούσα το αλάτι
Αλήθεια το μισούσα
Ούτε να το βλέπω δεν ήθελα
Ξέρεις πόσα πράγματα κάνω
χωρίς να συνειδητοποιώ το γιατί;
Απίστευτα πολλά
Πολλά ποτέ δε τα συνειδητοποιώ
Ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου
από σένα όνειρο μου
Δεν κατοικούσες μέσα του
Δεν ήσουν σε μια άκρη του
Ήσουν εσύ
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Το γράφω να το βλέπω
Να το συνειδητοποιώ κι αυτό
Ξέρεις πώς σε είδα όνειρο μου
Με τα μάτια της ψυχής;
Άντρα σε είδα άμορφο…
Χορτάρι σε είδα πολύχρωμο…
Να τρέχεις μπροστά μου
σε είδα ασταμάτητα…
Να διώχνεις την πανέμορφη μετρέσα σου
για μένα
Να της σκεπάζεις το θεσπέσιο κορμί
με ένα μπουρνούζι
Να την αγκαλιάζεις τρυφερά
Κι εγώ εκεί να βλέπω
Να ματώνω
Και να μη με νοιάζει
(κενή σελίδα)
Να ζηλεύω το παρελθόν
που δεν έζησα
και που έζησες μονάχος,
νομίζοντας μαζί της
Να ματώνω,
αλλά να νιώθω σίγουρη
πως τη διώχνεις για μένα
και πως δε θα γυρίσεις
ποτέ πια πίσω σ’ αυτήν
που σου κρατούσε συντροφιά
τόσα χρόνια για μένα
Με κοίταξες στα μάτια,
καθώς την έσπρωξες από κοντά σου
Κι αυτό έχει σημασία
Μα όνειρο μου
δεν είδα τα μάτια σου
Είδα χορτάρια πολύχρωμα
Να τρέχουνε εμπρός μου
Με ταχύτητα φωτός
Κι ένα γαλάζιο τ’ ουρανού
πολύχρωμο
Όχι γαλάζιο
Τα χέρια μου σφιχτή αγκαλιά
να δένουνε εμένα
καθώς σε σκέφτομαι
Και ξύπνησα από σένα
Όνειρο μου
Και ήσουνα εκεί
Δεν είχες φύγει
Σε πίστεψα
Σε αμφισβήτησα
Σε πίστεψα ξανά
Πάλι θα σε αμφισβητήσω
Και πάλι θα σε πιστέψω
Και κάθε φορά που θα το κάνω
θέλω να είσαι εκεί όνειρο μου
Όπως σήμερα το βράδυ
που πετάχτηκα στον ύπνο μου
Ξέρεις τι συνειδητοποίησα;
Γιατί δε τρώω αλάτι
Γιατί έχω χορτάσει από δάκρυα
που τρέχουνε στα χείλια μου
και ποτίζουν τη ψυχή μου
Και πάλι τρέχουνε
πάνω στο χαρτί μου
Αλλά όνειρο μου ξέρεις κάτι;
Ελπίζω να είναι δάκρυα χαράς
Τώρα πια…

Υ.Γ.
Μου λες τίποτα δεν είναι τυχαίο
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν
που πριν τη λέξη παρελθόν
αφέθηκε στην άκρη άγραφη
μια κίτρινη σελίδα
Ξέρεις γιατί;
Για το κενό του παρελθόντος!

Δημιουργός:ΜΙΠΣ

Μια θολή φωτογραφία.


Πρώτη φορά βάζω τελεία σε μια θολή φωτογραφία.
Παίρνω τις λέξεις που μου έδωσες και σου τις αφιερώνω κι ας ξέρω πως ποτέ δεν θα τις διαβάσεις.
Δε θα σε δω.
Δε θα με δεις.
Κι αν το θέλω.
Κι αν το θέλεις.
Τις βάζω σε σειρά
ΑΓΑΠΗ για ένα όνειρο που χάθηκε. Πάντα ήμουν «ονειροπαρμένη», ρομαντική, «αλαφροΐσκιωτη» .Μα αν χαθεί το όνειρο πώς να υπάρξει η αγάπη; Δεν υπάρχει! Γιατί τα όνειρα είναι άυλα, ανύπαρκτα, αερικά. Πόσο μου μοιάζουν… πόσο μου ταιριάζουν .Δίδυμα κι αυτά…
ΕΡΩΤΑΣ μόνο στη φαντασία του Πλάτωνα υπήρχε! Πουθενά αλλού! Τον σέβομαι τον Πλάτωνα! Τον θαυμάζω! Και δεν θαυμάζω συχνά… μα λέει ψέματα… δεν υπάρχει έρωτας! Ποτέ δεν υπήρξε! ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ! Και δεν είμαι απαισιόδοξη… απελπισμένη είμαι… έτσι απλά…
ΕΛΠΙΔΑ απέλπιδα οπότε…
ΒΟΗΘΕΙΑ… αλήθεια τη λέξη! Με κάνει να γελάω κι ας είμαι φτιαγμένη από υγρά. Γιατί έτσι είμαι φτιαγμένη… από δάκρυα και αίμα. Μια πληγή ολόκληρη… και αυτό είναι αστείο και με κάνει να γελάω! Άκου βοήθεια… τι γελοία λέξη πραγματικά… τώρα το συνειδητοποιώ…
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ είναι ένα! Ο Πάγος…. Ο πάγος είναι μαγικός… κρύος… πόσο μισώ το κρύο… από τα λίγα πράγματα που μίσησα στη ζωή μου… τον γλείφω και με γλείφει, κυλάει στις φλέβες μου… υγρός κι αυτός άλλωστε… και τώρα πιο υγρός από ποτέ!
ΠΑΘΟΣ για το τίποτα, για το καθόλου , το ποτέ και το πουθενά. Πάθος για όλα τα άχρωμα, άοσμα, ανύπαρκτα! Ανύπαρκτο πάθος λοιπόν… ούτε καν ψυχικό!
ΖΩΗ αλλού!
ΑΓΓΕΛΟΣ ανύπαρκτος κι αυτός!
ΘΕΟΣ… και ΑΝΘΡΩΠΟΣ!
Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ… ανύπαρκτος κι αυτός!
Δημιουργός και αυτού του τίποτα… εγώ η ανύπαρκτη. Και πρώτη φορά βάζω τελεία και όχι θαυμαστικό.

ΜΙΠΣ

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Αν

Κοίτα με στα μάτια κι απάντησέ μου
Μα μη μου απαντήσεις... όχι
Δε θέλω να ξέρω
Θέλω μοναχα να ξέρεις πως αναρωτιέμαι
Αναρωτιέμαι τι θα γινότανε 
Αν ξεπερνούσα όλα τα 'αν'
Αν είχα το κουράγιο να σου πω όσα τριγυρίζουνε στις σκέψεις μου
Αν είχα τη δύναμη να μάθω την απάντηση
Αν είχα τα κότσια να σου πω πως σ'αγαπάω
Δειλή, αυτό είμαι
Κρύβομαι και φοβάμαι
Και καμιά φορά φτιάχνω νέες ελπίδες, πιο δυνατές
Νέα όνειρα, πιο όμορφα
Νέα 'αν', πιο απόλυτα

Πες μου: μ'αγαπάς;
Όχι... μη μιλάς
Φοβάμαι...
Πως θα γίνουν όλα στάχτη
Πως θα χαθείς
Πως θα νικήσει το 'αν' ξανά
Να το
Φουντώνει
Λαμπυρίζει
Φουσκώνει 
Παίρνει φτερά
Νικάει.
Αν μπορούσα μονάχα να αντισταθώ στην αμφιβολία που ροκανίζει τα πάντα
Αν.

Ασυναρτησία

-Πιστεύεις στ' αλήθεια πως έχει νόημα;
-Βέβαια
-Πώς;
-Δεν ξέρω… αφήνομαι στην πίστη μου.
-Πίστη..Πώς είναι να πιστεύεις;
-Να πιστεύεις είναι να δέχεσαι κάτι δίχως αμφιβολίες
-Αμφιβάλλω πως υπάρχει πραγματική πίστη..
-Τότε πολύ απλά πιστεύω πως δεν πιστεύεις στην πίστη
-Πιστεύεις εύκολα.
-Όντως. Είμαι ευκολόπιστη.
-Γιατί όμως;
-Δεν υπάρχει λόγος ή τρόπος. Απλά γεννήθηκα αυτή που είμαι, γεννήθηκα πιστεύοντας.
-Αρνούμαι να πιστέψω.
-Στερείς από τον εαυτό σου μια ακλόνητη βάση στον εαυτό σου.
-Δεν με ενοχλεί οποιαδήποτε έλλειψη βάσης. Βασίζομαι στο τίποτα.
-Χτίζεις στην άμμο
-Ίσως. Μα και πάλι αρνούμαι να πιστέψω.
-Σειρά μου να ρωτήσω γιατί.
-Απλά δεν μπορώ.
-Δεν νιώθεις μοναχή σου; Ανυπεράσπιστη;
-Μπα.
-Παράξενο.
-Ναι.
-Όλοι παράξενοι είμαστε...
-Χμμμ..Κι όμως..
-Κι όμως τι;
-Αν είμαστε όλοι παράξενοι.. τότε όλοι μας είμαστε κανονικοί.. Άρα οποιοσδήποτε κανονικός είναι παράξενος;
-Ερμηνεία του κανονικού;
-κανονικός -ή -ό [kanonikós]: που είναι σύμφωνος με ένα πρότυπο, με ένα υπόδειγμα, που δεν παρουσιάζει αποκλίσεις από αυτό.
-Τα πρότυπα πάλι.
-Παντού.
-Τα πάντα είναι βασισμένα σε πρότυπα.
-Κανονικός, παράξενος, πρότυπα= ασυναρτησίες.
-Κι όμως είναι παντού γύρω σου… είναι μέσα στο μυαλό σου
-Θα παλέψω
-Θ' αποτύχεις, θα σε πνίξει ένα τσουνάμι προτύπων
-Θα επιμένω
-Πάει καιρός που το ρητό δεν ισχύει. Ο επιμένων δεν νικά.
-Τουλάχιστον πολεμάει.


Δημιουργός: MIPS

Εαυτέ μου, κάνε μου μια χάρη



Έξυπνη κίνηση, εαυτέ. 
Ερωτέψου ένα ελεύθερο αγρίμι
Εκείνο που χάζευες με μάτια διάπλατα μέσα απ' το κλουβί σου
Σε ένα κίτρινο τοπίο που ξεδίπλωνανε τα στάχια
Πλησίασέ το, τα μάτια σου πίσω από σιδερένια κάγκελα
Να καρφώνουν τη ψυχή του
Να ζωγραφίζουν το περίγραμμά του σαν φλόγες
Ερωτέψου το αδύνατο, εκπληκτική επιλογή.
Οι πιθανότητες απροσδιόριστες: ανύπαρκτες
Κοίτα την καμπυλωτή γραμμή που άφησε πίσω του το αεροπλάνο 
Ταυτίσου μ' αυτήν, προσποιήσου πως είσαι ένα σύννεφο
Κι όχι ένα υπόλοιπο μιας όμορφης πτήσης
Κάνε τον εαυτό σου να πιστέψει πως εσύ είσαι η πτήση
Κάνε ένα άλμα πάνω απ' τα σύννεφα και να.
Απλώνεται μπροστά σου το βασίλειο του μπλε.
Αφέσου στα ριψοκίνδυνα όνειρά σου και ζήσε
Σε ικετεύω, ξεστόμισε τις λέξεις δίχως να το σκεφτείς
Άσε τη μοίρα να μπλέξει τα πάντα
Μη φοβάσαι πια
Άνοιξε το σεντούκι κι ελευθέρωσε τους ανέμους
Διώξε όλες τις ελπίδες
Κι ύστερα μετάνιωσε πικρά την επιπολαιότητά σου
Βάλε το χέρι σου στη φωτιά
Ποδοπάτησε τη νωθρή πλευρά σου

Εαυτέ μου, κάνε μου μια χάρη.
Ξεκλείδωσε τη ψυχή σου

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Τίποτα

Ένας πελώριος πίνακας
Κομμάτια του όλοι μας
Είμαι μονάχα μια κουκκίδα, το ξέρω
Αυτό είμαι και ήμουνα και θα 'μαι
Αυτό θέλω να 'μαι
Όμορφος ο πίνακας, έχεις δίκιο 
Τόσες μάσκες που φοράει
Τόσα υπονοούμενα..
Αναρωτιέμαι

...ραγίζει άραγε εύκολα ο καμβάς; Σχίζεται;
Θέλω ίσως να σπάσω τον πίνακα
Χίλια κομμάτια
Μεταξύ τους κι εγώ
Κι εσύ
Κι εκείνοι
Παραληρώ, ναι
Να το ξέρεις.
Μια φλόγα με καίει εδώ και καιρό
Μέσα βαθιά, στα σωθικά μου
Στριφογυρίζει, στριφογυρίζει και φέρνει τα πάνω κάτω
Ναι, λοιπόν, εκράγηκε
Ηφαίστειο.
Κούφια όνειρα τα ηφαίστεια: 
Βουνά σου συστήνονται μα καίνε, καίνε μόλις πλησιάσεις
Ολογράμματα 
Τ' αγγίζεις και χάνονται, υποχωρούνε στιγμιαία
Αέρινα φαντάσματα 
Σκόνη!
Σκόνη αφήνει πίσω του ένα ηφαίστειο, και στάχτη
Δικιά σου ή των ονείρων σου
Είσαι άραγε φοίνικας; Θα φανεί..
Θα πέσουνε άραγε ποτέ οι αχτίδες της αλήθειας δίπλα απ’ τους φοίνικες;
Θα ξεπεράσει το φως τη σκιά πίσω απ’ τις μάσκες;
Μαριονέτες, κούκλες, μάσκες, κλόουν
Διαφορά ασήμαντη
Κοπάδι, οδηγίες και κουνάτε το κεφάλι καταφατικά
Ψυχρά κομμάτια πίνακα
Πράσινα και μωβ, γαλάζια, ροζ
Πινέλα στα χέρια μου
Ξεφεύγει η γραμμή απ’ το περιθώριο
Καθώς προσθέτω μια πορτοκαλιά κουκκίδα 
Στο περιθώριο, το δεύτερό μου σπίτι
Αγωνίζομαι να αγγίξω τις γραμμές σου
Δάκρυα κυλάνε αλμυρά στα μάγουλά μου
Σμίγονται με τις μπογιές
Νερομπογιές
Ζωγραφίζω εσένα κι ύστερα σε μουντζουρώνω
Αναστενάζω και γίνεται ο αναστεναγμός οργή
Φοβάμαι
Σχίζω τις ελπίδες όσο μπορώ
Μ’ αυτές ακόμη ζούνε
Πίκρα, κι ένα ραδιόφωνο που δε σταματάει να παίζει
Οι νότες τρέχουν κι εγώ μένω πίσω
Κι όσο πίσω μένω τόσο πιο πολύ έχω να τρέξω αργότερα
Μα νοσταλγώ το παρελθόν.
Αεράκι που ανακατώνει τις σκέψεις
Ή μάλλον όχι... τυφώνας.
Κοπήκανε τα σχοινιά που είχα δέσει στη γη
Αιωρούμαι τώρα σε μια καταιγίδα
Με τυλίγουν σύννεφα
Απελπίζομαι
Και αποφασίζω
Πως δεν έχω τίποτα ν’ αποφασίσω
Τίποτα να κρίνω 
Και τίποτα πια να πω.