Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ασπίδα

Ο ΧΡΟΝΟΣ:
Οι νύχτες οι απύθμενες δεν έχουν συγκράτηση καμιά…
Και τώρα νύχτα.. πάντα νύχτα… μόνο νύχτα!

Το κόκκινο απλώνεται σαν αίσθηση θανάτου,
μα είναι φεγγάρι αυγουστιάτικο, εν μέσω παγετώνα
Και είναι τα μάτια, για να ζουν στη θλίψη όλο γερμένα;
Τρέχουν ανυποψίαστα στους δρόμους μαγεμένα
βλέμματα αθώα πυρπολούν, παράθυρα ζηλεύουν
οσφραίνονται το μέλλον τους, μα γέρνουν και λανθάνουν

ΕΣΥ:
Ερέβους γλυκοξύπνημα έρχεσαι να κουρσέψεις
την λήθη την ακάματη για λάθη αορίστου
γυρεύεις στη στεριά να βγεις σαν λήσταρχος της μνήμης
και ενεστώτας να βρεθείς στο διάβα της ζωής μου
Δεν με φοβίζει ς πια , όσο κι αν βρέχει λάθος
Ανέξοδα ξοδεύεσαι σε λόγια διεφθαρμένα

ΕΓΩ:
Κρατώ ασπίδα, όταν ζητάς στη θάλασσα μου να’ ρθεις
Παλεύω με τα όπλα σου, τα πάθη να αντικρούω
Χαρά σ’ αυτόν το πόλεμο νομίζεις πως θα λάβεις
σ’ αυτή τη σάρκα που ‘μεινε ελπίζεις να προλάβεις
Μα ζεις μόνο στη λήθη μου. Δεν είσαι θησαυρός μου…
Μακραίνεις και ελπίζω πια σε κάτοπτρα εντός μου.


ΕΜΕΙΣ:
Μικρό μπαούλο, ξύλινο, με χάλκινα ανθάκια. Θυμάσαι;
Ευθύς το ερωτευτήκαμε. Τα αδειάζω στο χαλί μου.

ΕΓΩ… ΜΟΝΟ ΕΓΩ:
Δε θέλω να υπάρχουνε τα μύρια, τα ανείπωτα,
τα λόγια, τα αγκάθια. Βάζω φωτιά και καίγονται,
και σβήνουν τα κελεύσματα, του πάθους σου συντρίμμια
Και η ψυχή ραγίζει και σκορπά ρινίσματα θανάτου
μα ήρωας κηρύσσεται , γιατί απλά ραγίζει.
Και σπάει το σώμα σαν γυαλί, γιατί πρέπει ν΄ αντέξει

ΕΣΥ… ΜΟΝΟ ΕΣΥ:
Και συ κουρσάρος κι αν φανείς στα βάθη τ’ ουρανού μου
σαν περπατάς μες την βροχή και θάλασσα ατενίζεις,
σαν η πνοή σου είναι βαθιά να την ευχαριστιέσαι
Θα δεις πως τα νησιά δεν παίρνονται με μάχες , με ραπόρτα
Θα δεις που στα νησιά δεν φαίνονται μαλάματα και σμύρνα
Θα δεις που στη στεριά υφαίνονται ιστοί μα και αράχνες

Ο ΧΩΡΟΣ:
Για χρόνια κοιμάται η ηδονή, ύπνο βαθύ κι ακέραιο
Μια χειμερία νάρκη ατέρμονη για χρόνια, που φοβάται
Σαν τις αράχνης τα υφαντά απλώνει και μεθάει
Τρόμος και γύρω σου κανείς δε είναι να σε σώσει
Φωνές στο άνοιγμα γλιστρούν μες του μυαλού την τρέλα
Σου γνέθουν τα στολίδια σου και ζεις απαρχαιωμένος

Στο ράδιο ακούγεται μια φράση ασθενική μα τόσο αγαπημένη..
«Πόσο πολύ σ’ αγάπησα κανείς δε θα το μάθει…»
Κρατά ο λυγμός το χέρι σου, δίχως λαλιά μιλάει
Τα άστρα κοιτούν μες τις φωτιές κι υπονοούν αχτίδες
στη νύχτα λουφάζουν οι αγκαλιές, σ’ άλλες ζωές πνιγμένες
Κατάρα ο δρόμος ατέλειωτος, ταξίδι μοναξιάς μου

ΑΡΑ… Ο ΧΩΡΟΣ:
Μικρός είναι ο κόσμος και δε χωρά τις αντοχές του χρόνου…

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ:
Τα χείλη τους βάψαν κόκκινα και οι άγγελοι στον Άδη
Έγινε η νύχτα όλο φτερά, του έρωτα συνήθεια,
(αληθινή και ψεύτικη, όπως η ανατολή του ονείρου)
Απ’ τις επάλξεις ήλιου αντίκρισμα,
θα μ’ εύρεις στο σκοτάδι να ξεδιψώ, να χάνομαι
της εξουσίας σου ξανά θηλή αποζητώντας
Να με γεννάς και να με καις την δύση για να ανέβεις .

Μα είναι η ανεξαρτησία μου το μόνο που λατρεύω
Το μόνο σφάλμα της ζωής κι αυτό εμπεριστατωμένο
είναι οι αναχρονισμοί που θέλησα να σβήσω με μανία
να πάψω πια στα φράγματα να ζω, τις ώρες να μετράω
στη νιότη επιστροφή δε γίνεται ,για πάντα είναι χαμένη
στο μέλλον να δω τα σωθικά, τον χρόνο να γνωρίσω

Η ΜΟΙΡΑ:
Κι αφού ως τον θάνατο με αγαπάει τόσο ο θάνατος
Πάλι να σπάσω, σαν μαύρη λέξη στου μολυβιού την μύτη…

Είναι η ζωή μου ένας στρατός που με περικυκλώνει
Αμφιθεατρικά ο έρωτας το σπίτι και η δουλειά μου
Φεύγω απ το λάθος, έτσι είπα, μα αυτό κοντοζυγώνει
Στο κάτω χείλος μου κρέμεσαι ανάγκη μου, θηλιά μου

Η ΑΠΟΦΑΣΗ:
Ναι, αρνούμαι. Μ' ακούς;
Σ’ αρνούμαι μ’ ακούς;
Σ' αυτό το λίκνισμα, στο κρέμασμα δε μπαίνω.
Τ' ακούς;
Η σωστή απάντηση.
Η λάθος απάντηση.
Μετρούν πόντους τα συναισθήματα;
Στημένο παιχνίδι ερωτήσεων;
Παγίδες του εγωισμού σου;
Τώρα έχω τη δύναμη …τ’ ακούς;
Βλέπω. Εσύ; Πώς; Εσύ μου το πες.
Μα εγώ ξέρω πως δυνατός δεν είναι αυτός
τη δύναμη που χρησιμοποιεί ενάντια αδυνάτου.
Δειλός ονομάζεται εκείνος.
Εσύ; Δειλός; Όχι. Όχι.
Εγώ την εικόνα σου θέλω να κρατήσω. Εντάξει;
Το κοφτερό σου μυαλό, τη γλύκα, τις ιδέες σου,
την ίδια την ψυχή σου…
Αυτήν, αυτήν κρατάω εγώ!

Δημιουργός : MIPS