Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Το ποτάμι


Είναι μέρες τώρα που αναρωτιέμαι τι είναι ο άνθρωπος….
Είναι ποτάμι ορμητικό που σε συνεπαίρνει με τη δίνη του. Σε ξαφνιάζει με τη δροσιά του. Σε παρασύρει και νιώθεις πρόσκαιρη ευτυχία. Και μετά ανακαλύπτεις ξαφνικά πως το ποτάμι είναι θολό. Σε ρουφάει, σε παρασύρει,  σε καταπίνει και συ βουλιάζεις και χαίρεσαι. Δε θέλεις να σωθείς. Νιώθεις τις λάσπες του να κολλάνε επάνω στο κορμί σου και τις θεωρείς ιάματα. Βρωμίζεις και χαίρεσαι. Στον πάτο ξαπλώνεις και ηρεμείς. Τα πνευμόνια σου γεμίζουν θάνατο και χαίρεσαι. Λυτρώνεσαι από την απάθεια και κερδίζεις τη ζωή. Ελπίζεις να σωθείς. Ελπίζεις να χαθείς. Δεν ξέρεις τι ελπίζεις. Σε τι να ελπίζεις; Το ποτάμι είναι βρώμικο. Σε φτύνει. Σε ξερνάει. Δε μπορεί να ανεχτεί που το πλησίασες, που μπήκες μέσα του. Σε ρήμαξε και συ το νιώθεις σαν κομμάτι του εαυτού σου. Πως γίνεται; Εσύ ήσουν αέρινη. Δεν το ανεχόσουν το νερό. Καιρό στεκόσουν και κοίταζες τα ποτάμια να περνούν από δίπλα σου και δεν ήθελες ούτε το βλέμμα σου να σπαταλήσεις. Και τώρα; Γιατί να θέλεις να ξεδιψάσεις με απόνερα; Σκέψου… δεν είναι λογικό! Μα χωράει λογική, όταν σε άγγιξε η ψυχή του; Πενθείς… πενθείς και χάνεσαι για λίγα λασπωμένα απόνερα. Βουλιάζεις για μια ακόμα φορά και νιώθεις σταγόνα που σε ξέρασε το ορμητικό ποτάμι… και στάζεις… Στάζεις σταγόνες και συ…
Έτσι είναι ο άνθρωπος. Ποτάμι  θολό και βρώμικο… Μη ψάχνεις άλλο μέσα του. Τίποτα δε θα βρεις. Απογοητεύσου ήρεμα πια…  
mips