Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Περίπατος



Παράξενο που  ‘ναι τούτο το βράδυ.
Στο μαγαζάκι της ζωής κουνιέται ρυθμικά
η επιγραφή «ΚΛΕΙΣΤΟΝ» από νωρίς…

Δεν ήθελα πολλά.
Μια φούστα μόνο κόκκινη
να ανεμίζει την ελευθερία μου.

Χωρίς ραφές.
Σπιθαμή προς σπιθαμή
να ξηλώνεται η θλίψη στο πέρασμα μου.

Μα εσύ
ράβεις ξηλώνεις μια μια τις μέρες
Κοιτάς απαθής τα ριζωμένα στο χώμα τακούνια μου.

Αποφάσισες να πλέξεις στα δάχτυλα σου
όλα τα κόκκινα του κόσμου
Γι’ αυτό φεύγω!

Τα χείλια άσπρισαν.
Τα μάτια κούρνιασαν.
Έμειναν να ανεμίζουν
 ισχνές ατσάλινες ελπίδες.


Εν τέλει βουλώνω τα’ αυτιά μου
με ματωμένο μπαμπάκι.

Είδες;
Σου κλέβω λίγο τελευταίο ΚΟΚΚΙΝΟ…
…………………………………………………………..

Ξημέρωσε…

Τι άχαρη μέρα…

Κουλουριάζομαι.
Διπλώνω την άστεγη γύμνια μου στο κεφαλόσκαλο.
Τελευταίο βλέμμα, η μοναχική επιγραφή
που μόλις κρέμασε ο υπάλληλος.
«ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ»

Τι ειρωνεία…
                       
Κι ήθελα μόνο μια κόκκινη φούστα ελευθερίας…

-mips-