Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Στο συρτάρι

Σε μια γωνιά της νύχτας κορμί διπλωμένο
στα δυο, στα τέσσερα, στα οχτώ.
Στοιβαγμένο στο συρτάρι του χρόνου
μαζί με τα άλλα προικώα της γιαγιάς.

Ελαφρώς γερμένη η θλίψη
με φόντο το ανατολίτικο ταπί.
Θυμάμαι τα φιλντισένια δάχτυλα
ξαράχνιαζαν την οικογενειακή ευτυχία.

Κραυγαλέα ευτυχία.
Με άλλα λόγια Σιωπηλή δυστυχία.
Κι έγερνα εγώ.. κοιτώντας τις σιωπές.
Κι όλο σε ρωτούσα
Γιατί δε μ’ ακούς;
Γιατί;

Όλα ήταν τόσο γνώριμα.
Οι νεκροί στοιβαγμένοι.
Ασφαλείς στα καδράκια τους
πάνω στη φτηνή σερβάντα.

Θυμάμαι τα παιδικά στόματα
με τα σκαλωμένα στις άκρες χαμόγελα.
Τις καραμέλες υγείας του παππού
και τα τρεμάμενα χέρια.

Λίγος καπνός ξεφεύγει από τα χείλη.
Προσπαθώ να πάρω ανάσα.
Καταπίνω μια μια τις λέξεις
Να μη ξαναρωτήσω
Γιατί δε μ’ ακούς;
Γιατί;

Το ύφασμα στον καθρέφτη που τόση ώρα κάνω πως δε βλέπω;
Γι’ αυτό δεν ακούς τις σιωπηλές κραυγές μου… Έφυγες και δεν υπάρχω.
-mips-