Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Η πορεία μιας θνησιγενούς απορίας: ΖΩΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ;



Στη γη των Μακάρων – ΜΕΡΟΣ Ι

Ψυχές βυθισμένες σε κενά απόγνωσης
άφησαν το « σήμα» και ντύθηκαν τη γη.
Κατεβαίνοντας του Άδη μονοπάτια,
σκίρτησαν από φρενιασμένα στόματα.
Αναζητώντας κρουνούς ελπίδας,
ούρλιαξαν για χέρια ζωντανού.
Μάταια…

Καταβροχθίστηκαν σε αραχνιασμένες τρώγλες.
Ζητιάνους βρήκαν μανιασμένους
που ούρλιαζαν για μια στάλα αίμα.
Ξεσκισμένα βλέμματα, οδύνες χάριζαν
κι έταζαν μια λέξη αθανασίας
στους κόσμους της σιωπής.
Μάταια…

Τοίχους συνάντησαν σπηλαίων άβατων
Στάθηκαν και παρατηρούσαν
τα Είδωλα του Πάνω Κόσμου.
Θλιβερά απεικάσματα των « όντως όντων»
που ξεγελούσαν ακόμα και τους αθανάτους.
Τα άγγιζαν, τα μύριζαν, τα έγλειφαν
Μάταια…

Φωτιές σιγόβραζαν μα δεν τις έβλεπαν.
Τυφλοί, αυτήκοοι μάρτυρες σε κώμα
Χορτασμένοι από μιάσματα και φρεναπάτες
αρνούνταν να βγουν από το Σκότος.
Είναι γλυκό το Έρεβος που κρύβει τα ανείπωτα
Τα άρρητα τα πάθη
Μάταια…

Καραγκιοζοπαίχτες, βαστώντας τις φιγούρες τους
σκορπούσαν έωλα μηνύματα ολούθε.
Μα ποιος άκουγε; Ποιος έβλεπε; Ποιος ένιωθε;
Όλοι σκυμμένοι, απόκοσμοι…
Τρελοί απεγνωσμένοι, αυτόβουλα ικέτες
για μια φυγή που συνεχώς αρνούνταν
Μάταια…

Νεκροζώντανοι που πάλευαν
να γίνουν άνθρωποι ξανά,
πετώντας από πάνω τους τα αραχνιασμένα σάβανα
Να βρουν μια χαραμάδα ελπίδας
από το βουβό οικειοθελή τους θάνατο.
Καρφιά και αλυσίδες τους βαστούσαν
Μάταια…

Μιαν ώρα…
Κατακλείστηκε η Γη των Μακάρων
από αχτίδες φωτός
Έρεβος και Ήλιος
αιώνιοι αντίπαλοι μάχονταν σώμα με σώμα.
Πάλευαν ανάμεσα σε Ζωή και Θάνατο.
Οι φωτεινές ριπές πυρπολούσαν το σκοτάδι
κι αυτό ρουφούσε αχόρταγα τα βέλη
Μα όχι μάταια…

Τέλος ο πόλεμος δεν έχει,
Μα έχει ελπίδα λύτρωσης

Από την πάλη αυτή
η πρώτη διδάξασα των Ζωντανών Ηλιόφωτων
η πρώτη ηττημένη
το πρώτο λάφυρο των νικητών
φαντάζει η ματαιότης.

 Δημιουργός :ΜIPS