Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση
στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.
Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.
Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.
Κυριακή 15 Ιουνίου 2014
ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ - Ο ΚΑΦΕΣ
Πάντα θαύμαζα τους ανθρώπους που με λίγες λέξεις, έλεγαν μεγάλα λόγια. Όχι από κείνα τα ωραία...από κείνα που κατακάθι γίνονται, καθώς απολαμβάνεις τον καφέ πικρό.
Τα ανείπωτα
Τι κι αν η Ποίηση είναι καταφύγιο,
αγρίμι όταν είσαι…
Τι κι αν ο Κόσμος είν’ ηλιόλουστος,
σαν τρέμεις και κουρνιάζεις.
Την νύχτα μήδε αγέλες σε κρατούν,
μήδε η λύσσα για θηράματα - αυταπάτες.
Την νύχτα σαν μπεις στο καταφύγιο,
ουρλιαχτά σου μόνο, τα λόγια.
Αυτά που δεν γράφτηκαν
και δε θα γραφούν ποτέ.
Ανάξια λόγου, ανάξια λόγια…
Για τούτο είν’ άξια η ποίηση.
Για όσα έγραψες και έπειτα κατάπιες.
Γιατί αγρίμι είσαι. Στόχος να καταπίνεις.
Αυτά που δεν ειπώθηκαν και δε θα ειπωθούν ποτέ...
-mips-
Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013
Στο συρτάρι
Σε μια γωνιά της νύχτας κορμί διπλωμένο
στα δυο, στα τέσσερα, στα οχτώ.
Στοιβαγμένο στο συρτάρι του χρόνου
μαζί με τα άλλα προικώα της γιαγιάς.
Ελαφρώς γερμένη η θλίψη
με φόντο το ανατολίτικο ταπί.
Θυμάμαι τα φιλντισένια δάχτυλα
ξαράχνιαζαν την οικογενειακή ευτυχία.
Κραυγαλέα ευτυχία.
Με άλλα λόγια Σιωπηλή δυστυχία.
Κι έγερνα εγώ.. κοιτώντας τις σιωπές.
Κι όλο σε ρωτούσα
Γιατί δε μ’ ακούς;
Γιατί;
Όλα ήταν τόσο γνώριμα.
Οι νεκροί στοιβαγμένοι.
Ασφαλείς στα καδράκια τους
πάνω στη φτηνή σερβάντα.
Θυμάμαι τα παιδικά στόματα
με τα σκαλωμένα στις άκρες χαμόγελα.
Τις καραμέλες υγείας του παππού
και τα τρεμάμενα χέρια.
Λίγος καπνός ξεφεύγει από τα χείλη.
Προσπαθώ να πάρω ανάσα.
Καταπίνω μια μια τις λέξεις
Να μη ξαναρωτήσω
Γιατί δε μ’ ακούς;
Γιατί;
Το ύφασμα στον καθρέφτη που τόση ώρα κάνω πως δε βλέπω;
Γι’ αυτό δεν ακούς τις σιωπηλές κραυγές μου… Έφυγες και δεν υπάρχω.
-mips-
Έχεις έναν δικό σου άνθρωπο;
Έχεις έναν δικό σου άνθρωπο;
Μη κοιτάς γύρω… Είδες; Είδες τι πήγες να κάνεις; Γιατί κοιτάς γύρω
σου; Μέσα σου δες. Σε ξαναρωτάω. Έχεις έναν δικό σου άνθρωπο; Όχι…
πάλι λάθος κάνεις! Ξέρω. Να σε αγαπάνε πολλούς. Έναν, όμως. Έναν μόνο
και να ‘ναι δικός σου, έχεις; Στα δάχτυλα μετράς… Μα τι κάνεις;
Κουράστηκα. Δεν απαντάς… Δε θέλεις να με καταλάβεις. Μη σκύβεις το κεφάλι. Το ξέρεις κι εσύ, κι εγώ, κι όλοι μας. Κανέναν δεν έχεις.
Η φύση του ανθρώπου είναι να είναι ο εαυτός του.
Κι εμείς, όλοι, τόσο παρά φύση…
Πάρε εμένα για παράδειγμα που ποτέ δεν υπήρξα ο εαυτός μου.
Ξέρεις πως είναι;
Έχεις νιώσει ποτέ ένα χέρι να σου σφίγγει το λαιμό; και μετά να
κατεβαίνει πιο κάτω; να σου γδέρνει την ψυχή; να σφίγγει μια γροθιά μέσα
σου; Έτσι νιώθω μόνιμα ...και τα βράδια ακόμα χειρότερα ... και το πιο
τρελό είναι πως δε μπορώ να κλάψω. Τουλάχιστον παλιά κάτι ήταν κι αυτό.
Τώρα ούτε αυτό... Κατάντια ε; Και μετά σε βλέπουν οι γύρω σου και
χαίρονται, γιατί λέει τα έχεις όλα... Αλήθεια. Όταν προσπαθώ να σκεφτώ
λογικά, όλα τα έχω. Και όλος ο κόσμος δικός μου είναι. Κι όμως τίποτα
δεν έχω, γιατί μου λείπει τόσο αυτός ο Ένας... Και μετά σκέφτομαι πόσο
εγωίστρια είμαι που σκέφτομαι τόσο τον εαυτό μου και με μισώ... Δεν
ξέρω...Τίποτα δεν ξέρω πια. Ούτε να αντιδράσω μπορώ...
Τελικά το χειρότερο συναίσθημα είναι να μη νιώθεις ούτε αυτολύπηση.
- mips -
Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013
ΕΘΙΣΜΟΣ
Ο Έρωτας είναι πλάνη.
Ασώματος και πείσμων.
Μυστήριο άχραντο.
Πικρό ποτήρι.
Αλκοολίκι της ψυχής…
Κι εγώ σε απεξάρτηση!
- mips-
Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013
ΑΙΩΝΙΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ
Δεν κοιτάζω γύρω μου
Τις γεμάτες ζάρες ψυχές
Το σαράκι χορτάτο στο πάτωμα
Τη μούχλα που τρέχει στους τοίχους
Τα μάτια που ικετεύουν λίγη στοργή
Τα στόματα που άηχα ανοιγοκλείνουν
Τα κουδουνίσματα σε σάπια σύρματα
Τα σκισμένα χαρτιά που με μουτζουρώνουν
Τους δρόμους με τα σκυμμένα κεφάλια
Τις σφαλισμένες πόρτες με τα «ενοικιάζεται»
Τους πουλημένους έρωτες στημένους στις γωνίες
Δεν κοιτάζω μέσα μου, μη φανερωθούν οι φυλακές,
τα ουρλιαχτά, οι δολοφονημένες μέρες, εγώ, εσείς, εμείς,
οι νταβατζήδες με τα σχισμένα σώβρακα και τις γεμάτες τσέπες
που έχουμε θράσος ν’ αναπνέουμε αέρα των παιδιών μας.
Ημερησία προσωπική μου πρόβλεψη, η αιώνια τυφλότητα.
Κι έχω θυμό μέσα μου γαμώτο
-mips-
Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013
Ανεπίδοτη Επιστολή
Αποστάτη από τη ζωή μου Έρωτα, προσπαθώντας να σε ορίσω
ξεριζώνω μια μια τις αλήθειες. Στα πόδια σου ξερνάω
ουρλιαχτό από τα σπλάχνα: «ΣΕ ΜΙΣΩ ΠΟΥ ΖΕΙΣ ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ!»
Προσπερνάς τις περαστικές, ρίχνοντας μια ζερβή ματιά
και μ’ ανασηκωμένο φρύδι σκέφτεσαι: «Ωραία είναι η ζωή.»
Κάθε πρωί κοιτάς στον καθρέφτη με το λυκίσιο βλέμμα σου,
μοντάροντας στιγμές στο τρισδιάστατο παζλ της απουσίας.
Με μπριγιαντίνη διορθώνεις τις ατέλειες του χωρισμού, ενώ…
…δίπλα σου, Γυναίκα, μάρμαρο μουχλιασμένο, βρύα και αυταπάτες,
με δυο δαχτυλιές σέρνει τη θλίψη πάνω στον αχνιστό σου κόσμο.
Πόρνη σου γίνεται -αγία κι ερωμένη- το μάγουλο σου ιχνογραφεί,
καθώς εσύ αιώνιο speakage για λεύκες και υφάσματα προβάρεις.
Γυρνάς την πλάτη. « Ωραία που είναι η ζωή!» της ψιθυρίζεις…
Κι αυτή υποταγμένη, φορώντας στο ένα πόδι τρόμο, στο άλλο ελπίδα
λέει με τη σιωπή της : «Δέκα νωχελικά απογεύματα η ζωή μαζί σου…
Δεν έμαθες το άδειο βλέμμα να κεντράρεις στην ψυχή μου.»
-mips-
Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)

.jpg)












.jpg)





