Εκείνη δακρύζει αίμα
-εγώ καταπίνω τα δάκρυά μου.
Αγέρωχη μες την σκοτεινιά της
-ταπεινή μες την χλωμάδα μου εγώ.
Άψυχη κούκλα στα χέρια σου
-εμένα δεν μ' άγγιξες ποτέ.
Για 'κείνη πολεμάει ο σκοτεινός ιππότης της
-για 'μένα ο μικρός μου ήρωας.
Εκείνη δεν βλέπει
-εγώ δεν μιλάω.
Τόσο διαφορετικές
-μα είμαστε και οι δυο καταδικασμένες...
Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
- φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης - Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου - και πού είναι; -
πλημμύρισε το πρόσωπό σου - και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ' όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα - μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη...
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να 'ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να 'βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω...
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ' τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!
Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
- Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;
- Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να 'σαι σίγουρη μονάχα
γι' αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.
[Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]
Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006]
Ο ΧΡΟΝΟΣ:
Οι νύχτες οι απύθμενες δεν έχουν συγκράτηση καμιά…
Και τώρα νύχτα.. πάντα νύχτα… μόνο νύχτα!
Το κόκκινο απλώνεται σαν αίσθηση θανάτου,
μα είναι φεγγάρι αυγουστιάτικο, εν μέσω παγετώνα
Και είναι τα μάτια, για να ζουν στη θλίψη όλο γερμένα;
Τρέχουν ανυποψίαστα στους δρόμους μαγεμένα
βλέμματα αθώα πυρπολούν, παράθυρα ζηλεύουν
οσφραίνονται το μέλλον τους, μα γέρνουν και λανθάνουν
ΕΣΥ:
Ερέβους γλυκοξύπνημα έρχεσαι να κουρσέψεις
την λήθη την ακάματη για λάθη αορίστου
γυρεύεις στη στεριά να βγεις σαν λήσταρχος της μνήμης
και ενεστώτας να βρεθείς στο διάβα της ζωής μου
Δεν με φοβίζει ς πια , όσο κι αν βρέχει λάθος
Ανέξοδα ξοδεύεσαι σε λόγια διεφθαρμένα
ΕΓΩ:
Κρατώ ασπίδα, όταν ζητάς στη θάλασσα μου να’ ρθεις
Παλεύω με τα όπλα σου, τα πάθη να αντικρούω
Χαρά σ’ αυτόν το πόλεμο νομίζεις πως θα λάβεις
σ’ αυτή τη σάρκα που ‘μεινε ελπίζεις να προλάβεις
Μα ζεις μόνο στη λήθη μου. Δεν είσαι θησαυρός μου…
Μακραίνεις και ελπίζω πια σε κάτοπτρα εντός μου.
ΕΜΕΙΣ:
Μικρό μπαούλο, ξύλινο, με χάλκινα ανθάκια. Θυμάσαι;
Ευθύς το ερωτευτήκαμε. Τα αδειάζω στο χαλί μου.
ΕΓΩ… ΜΟΝΟ ΕΓΩ:
Δε θέλω να υπάρχουνε τα μύρια, τα ανείπωτα,
τα λόγια, τα αγκάθια. Βάζω φωτιά και καίγονται,
και σβήνουν τα κελεύσματα, του πάθους σου συντρίμμια
Και η ψυχή ραγίζει και σκορπά ρινίσματα θανάτου
μα ήρωας κηρύσσεται , γιατί απλά ραγίζει.
Και σπάει το σώμα σαν γυαλί, γιατί πρέπει ν΄ αντέξει
ΕΣΥ… ΜΟΝΟ ΕΣΥ:
Και συ κουρσάρος κι αν φανείς στα βάθη τ’ ουρανού μου
σαν περπατάς μες την βροχή και θάλασσα ατενίζεις,
σαν η πνοή σου είναι βαθιά να την ευχαριστιέσαι
Θα δεις πως τα νησιά δεν παίρνονται με μάχες , με ραπόρτα
Θα δεις που στα νησιά δεν φαίνονται μαλάματα και σμύρνα
Θα δεις που στη στεριά υφαίνονται ιστοί μα και αράχνες
Ο ΧΩΡΟΣ:
Για χρόνια κοιμάται η ηδονή, ύπνο βαθύ κι ακέραιο
Μια χειμερία νάρκη ατέρμονη για χρόνια, που φοβάται
Σαν τις αράχνης τα υφαντά απλώνει και μεθάει
Τρόμος και γύρω σου κανείς δε είναι να σε σώσει
Φωνές στο άνοιγμα γλιστρούν μες του μυαλού την τρέλα
Σου γνέθουν τα στολίδια σου και ζεις απαρχαιωμένος
Στο ράδιο ακούγεται μια φράση ασθενική μα τόσο αγαπημένη..
«Πόσο πολύ σ’ αγάπησα κανείς δε θα το μάθει…»
Κρατά ο λυγμός το χέρι σου, δίχως λαλιά μιλάει
Τα άστρα κοιτούν μες τις φωτιές κι υπονοούν αχτίδες
στη νύχτα λουφάζουν οι αγκαλιές, σ’ άλλες ζωές πνιγμένες
Κατάρα ο δρόμος ατέλειωτος, ταξίδι μοναξιάς μου
ΑΡΑ… Ο ΧΩΡΟΣ:
Μικρός είναι ο κόσμος και δε χωρά τις αντοχές του χρόνου…
ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ:
Τα χείλη τους βάψαν κόκκινα και οι άγγελοι στον Άδη
Έγινε η νύχτα όλο φτερά, του έρωτα συνήθεια,
(αληθινή και ψεύτικη, όπως η ανατολή του ονείρου)
Απ’ τις επάλξεις ήλιου αντίκρισμα,
θα μ’ εύρεις στο σκοτάδι να ξεδιψώ, να χάνομαι
της εξουσίας σου ξανά θηλή αποζητώντας
Να με γεννάς και να με καις την δύση για να ανέβεις .
Μα είναι η ανεξαρτησία μου το μόνο που λατρεύω
Το μόνο σφάλμα της ζωής κι αυτό εμπεριστατωμένο
είναι οι αναχρονισμοί που θέλησα να σβήσω με μανία
να πάψω πια στα φράγματα να ζω, τις ώρες να μετράω
στη νιότη επιστροφή δε γίνεται ,για πάντα είναι χαμένη
στο μέλλον να δω τα σωθικά, τον χρόνο να γνωρίσω
Η ΜΟΙΡΑ:
Κι αφού ως τον θάνατο με αγαπάει τόσο ο θάνατος
Πάλι να σπάσω, σαν μαύρη λέξη στου μολυβιού την μύτη…
Είναι η ζωή μου ένας στρατός που με περικυκλώνει
Αμφιθεατρικά ο έρωτας το σπίτι και η δουλειά μου
Φεύγω απ το λάθος, έτσι είπα, μα αυτό κοντοζυγώνει
Στο κάτω χείλος μου κρέμεσαι ανάγκη μου, θηλιά μου
Η ΑΠΟΦΑΣΗ:
Ναι, αρνούμαι. Μ' ακούς;
Σ’ αρνούμαι μ’ ακούς;
Σ' αυτό το λίκνισμα, στο κρέμασμα δε μπαίνω.
Τ' ακούς;
Η σωστή απάντηση.
Η λάθος απάντηση.
Μετρούν πόντους τα συναισθήματα;
Στημένο παιχνίδι ερωτήσεων;
Παγίδες του εγωισμού σου;
Τώρα έχω τη δύναμη …τ’ ακούς;
Βλέπω. Εσύ; Πώς; Εσύ μου το πες.
Μα εγώ ξέρω πως δυνατός δεν είναι αυτός
τη δύναμη που χρησιμοποιεί ενάντια αδυνάτου.
Δειλός ονομάζεται εκείνος.
Εσύ; Δειλός; Όχι. Όχι.
Εγώ την εικόνα σου θέλω να κρατήσω. Εντάξει;
Το κοφτερό σου μυαλό, τη γλύκα, τις ιδέες σου,
την ίδια την ψυχή σου…
Αυτήν, αυτήν κρατάω εγώ!
Δε ζούσα πριν σε γνωρίσω
Αυτοενεχυριαζόμενη ήμουνα
Στις φλέβες μου δεν κυλούσε αίμα
Πάγος ήταν σφηνωμένος
και μου πονούσε τα χέρια
Δεν έβλεπα
Εθελούσια τυφλή
Σιωπές με κατοικούσαν
βαθειά… τόσο βαθειά
Τρίσβαθα
Δε μίλαγα
εθελούσια
Δεν άκουγα
εθελούσια
Ξέρεις τι είναι ψίθυροι
να σου σκάβουν το μυαλό;
Λέξεις-καρφιά να σε τρυπάνε;
Και να σε ματώνουν;
Και να μη φεύγουν;
Να σε ματώνουν;
Και να πεθαίνεις;
Και να το θέλεις;
Και να υγραίνονται τα μάγουλα σου
από τις σταγόνες της μοίρας σου;
Και να νοιώθεις την αρμύρα στα χείλη
Και να μη θέλεις ποτέ να τελειώσει;
Και ξέρεις ποιο είναι το πιο αστείο;
Μια ζωή μισούσα το αλάτι
Αλήθεια το μισούσα
Ούτε να το βλέπω δεν ήθελα
Ξέρεις πόσα πράγματα κάνω
χωρίς να συνειδητοποιώ το γιατί;
Απίστευτα πολλά
Πολλά ποτέ δε τα συνειδητοποιώ
Ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου
από σένα όνειρο μου
Δεν κατοικούσες μέσα του
Δεν ήσουν σε μια άκρη του
Ήσουν εσύ
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Το γράφω να το βλέπω
Να το συνειδητοποιώ κι αυτό
Ξέρεις πώς σε είδα όνειρο μου
Με τα μάτια της ψυχής;
Άντρα σε είδα άμορφο…
Χορτάρι σε είδα πολύχρωμο…
Να τρέχεις μπροστά μου
σε είδα ασταμάτητα…
Να διώχνεις την πανέμορφη μετρέσα σου
για μένα
Να της σκεπάζεις το θεσπέσιο κορμί
με ένα μπουρνούζι
Να την αγκαλιάζεις τρυφερά
Κι εγώ εκεί να βλέπω
Να ματώνω
Και να μη με νοιάζει
(κενή σελίδα)
Να ζηλεύω το παρελθόν
που δεν έζησα
και που έζησες μονάχος,
νομίζοντας μαζί της
Να ματώνω,
αλλά να νιώθω σίγουρη
πως τη διώχνεις για μένα
και πως δε θα γυρίσεις
ποτέ πια πίσω σ’ αυτήν
που σου κρατούσε συντροφιά
τόσα χρόνια για μένα
Με κοίταξες στα μάτια,
καθώς την έσπρωξες από κοντά σου
Κι αυτό έχει σημασία
Μα όνειρο μου
δεν είδα τα μάτια σου
Είδα χορτάρια πολύχρωμα
Να τρέχουνε εμπρός μου
Με ταχύτητα φωτός
Κι ένα γαλάζιο τ’ ουρανού
πολύχρωμο
Όχι γαλάζιο
Τα χέρια μου σφιχτή αγκαλιά
να δένουνε εμένα
καθώς σε σκέφτομαι
Και ξύπνησα από σένα
Όνειρο μου
Και ήσουνα εκεί
Δεν είχες φύγει
Σε πίστεψα
Σε αμφισβήτησα
Σε πίστεψα ξανά
Πάλι θα σε αμφισβητήσω
Και πάλι θα σε πιστέψω
Και κάθε φορά που θα το κάνω
θέλω να είσαι εκεί όνειρο μου
Όπως σήμερα το βράδυ
που πετάχτηκα στον ύπνο μου
Ξέρεις τι συνειδητοποίησα;
Γιατί δε τρώω αλάτι
Γιατί έχω χορτάσει από δάκρυα
που τρέχουνε στα χείλια μου
και ποτίζουν τη ψυχή μου
Και πάλι τρέχουνε
πάνω στο χαρτί μου
Αλλά όνειρο μου ξέρεις κάτι;
Ελπίζω να είναι δάκρυα χαράς
Τώρα πια…
Υ.Γ.
Μου λες τίποτα δεν είναι τυχαίο
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν
που πριν τη λέξη παρελθόν
αφέθηκε στην άκρη άγραφη
μια κίτρινη σελίδα
Ξέρεις γιατί;
Για το κενό του παρελθόντος!
Πρώτη φορά βάζω τελεία σε μια θολή φωτογραφία.
Παίρνω τις λέξεις που μου έδωσες και σου τις αφιερώνω κι ας ξέρω πως ποτέ δεν θα τις διαβάσεις.
Δε θα σε δω.
Δε θα με δεις.
Κι αν το θέλω.
Κι αν το θέλεις.
Τις βάζω σε σειρά
ΑΓΑΠΗ για ένα όνειρο που χάθηκε. Πάντα ήμουν «ονειροπαρμένη», ρομαντική, «αλαφροΐσκιωτη» .Μα αν χαθεί το όνειρο πώς να υπάρξει η αγάπη; Δεν υπάρχει! Γιατί τα όνειρα είναι άυλα, ανύπαρκτα, αερικά. Πόσο μου μοιάζουν… πόσο μου ταιριάζουν .Δίδυμα κι αυτά…
ΕΡΩΤΑΣ μόνο στη φαντασία του Πλάτωνα υπήρχε! Πουθενά αλλού! Τον σέβομαι τον Πλάτωνα! Τον θαυμάζω! Και δεν θαυμάζω συχνά… μα λέει ψέματα… δεν υπάρχει έρωτας! Ποτέ δεν υπήρξε! ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ! Και δεν είμαι απαισιόδοξη… απελπισμένη είμαι… έτσι απλά…
ΕΛΠΙΔΑ απέλπιδα οπότε…
ΒΟΗΘΕΙΑ… αλήθεια τη λέξη! Με κάνει να γελάω κι ας είμαι φτιαγμένη από υγρά. Γιατί έτσι είμαι φτιαγμένη… από δάκρυα και αίμα. Μια πληγή ολόκληρη… και αυτό είναι αστείο και με κάνει να γελάω! Άκου βοήθεια… τι γελοία λέξη πραγματικά… τώρα το συνειδητοποιώ…
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ είναι ένα! Ο Πάγος…. Ο πάγος είναι μαγικός… κρύος… πόσο μισώ το κρύο… από τα λίγα πράγματα που μίσησα στη ζωή μου… τον γλείφω και με γλείφει, κυλάει στις φλέβες μου… υγρός κι αυτός άλλωστε… και τώρα πιο υγρός από ποτέ!
ΠΑΘΟΣ για το τίποτα, για το καθόλου , το ποτέ και το πουθενά. Πάθος για όλα τα άχρωμα, άοσμα, ανύπαρκτα! Ανύπαρκτο πάθος λοιπόν… ούτε καν ψυχικό!
ΖΩΗ αλλού!
ΑΓΓΕΛΟΣ ανύπαρκτος κι αυτός!
ΘΕΟΣ… και ΑΝΘΡΩΠΟΣ!
Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ… ανύπαρκτος κι αυτός!
Δημιουργός και αυτού του τίποτα… εγώ η ανύπαρκτη. Και πρώτη φορά βάζω τελεία και όχι θαυμαστικό.
Κοίτα με στα μάτια κι απάντησέ μου Μα μη μου απαντήσεις... όχι
Δε θέλω να ξέρω
Θέλω μοναχα να ξέρεις πως αναρωτιέμαι
Αναρωτιέμαι τι θα γινότανε
Αν ξεπερνούσα όλα τα 'αν'
Αν είχα το κουράγιο να σου πω όσα τριγυρίζουνε στις σκέψεις μου
Αν είχα τη δύναμη να μάθω την απάντηση
Αν είχα τα κότσια να σου πω πως σ'αγαπάω
Δειλή, αυτό είμαι
Κρύβομαι και φοβάμαι
Και καμιά φορά φτιάχνω νέες ελπίδες, πιο δυνατές
Νέα όνειρα, πιο όμορφα
Νέα 'αν', πιο απόλυτα
Πες μου: μ'αγαπάς;
Όχι... μη μιλάς
Φοβάμαι...
Πως θα γίνουν όλα στάχτη
Πως θα χαθείς
Πως θα νικήσει το 'αν' ξανά
Να το
Φουντώνει
Λαμπυρίζει
Φουσκώνει
Παίρνει φτερά
Νικάει.
Αν μπορούσα μονάχα να αντισταθώ στην αμφιβολία που ροκανίζει τα πάντα
Αν.
-Πιστεύεις στ' αλήθεια πως έχει νόημα; -Βέβαια
-Πώς;
-Δεν ξέρω… αφήνομαι στην πίστη μου.
-Πίστη..Πώς είναι να πιστεύεις;
-Να πιστεύεις είναι να δέχεσαι κάτι δίχως αμφιβολίες
-Αμφιβάλλω πως υπάρχει πραγματική πίστη..
-Τότε πολύ απλά πιστεύω πως δεν πιστεύεις στην πίστη
-Πιστεύεις εύκολα.
-Όντως. Είμαι ευκολόπιστη.
-Γιατί όμως;
-Δεν υπάρχει λόγος ή τρόπος. Απλά γεννήθηκα αυτή που είμαι, γεννήθηκα πιστεύοντας.
-Αρνούμαι να πιστέψω.
-Στερείς από τον εαυτό σου μια ακλόνητη βάση στον εαυτό σου.
-Δεν με ενοχλεί οποιαδήποτε έλλειψη βάσης. Βασίζομαι στο τίποτα.
-Χτίζεις στην άμμο
-Ίσως. Μα και πάλι αρνούμαι να πιστέψω.
-Σειρά μου να ρωτήσω γιατί.
-Απλά δεν μπορώ.
-Δεν νιώθεις μοναχή σου; Ανυπεράσπιστη;
-Μπα.
-Παράξενο.
-Ναι.
-Όλοι παράξενοι είμαστε...
-Χμμμ..Κι όμως..
-Κι όμως τι;
-Αν είμαστε όλοι παράξενοι.. τότε όλοι μας είμαστε κανονικοί.. Άρα οποιοσδήποτε κανονικός είναι παράξενος;
-Ερμηνεία του κανονικού;
-κανονικός -ή -ό [kanonikós]: που είναι σύμφωνος με ένα πρότυπο, με ένα υπόδειγμα, που δεν παρουσιάζει αποκλίσεις από αυτό.
-Τα πρότυπα πάλι.
-Παντού.
-Τα πάντα είναι βασισμένα σε πρότυπα.
-Κανονικός, παράξενος, πρότυπα= ασυναρτησίες.
-Κι όμως είναι παντού γύρω σου… είναι μέσα στο μυαλό σου
-Θα παλέψω
-Θ' αποτύχεις, θα σε πνίξει ένα τσουνάμι προτύπων
-Θα επιμένω
-Πάει καιρός που το ρητό δεν ισχύει. Ο επιμένων δεν νικά.
-Τουλάχιστον πολεμάει.
Έξυπνη κίνηση, εαυτέ.
Ερωτέψου ένα ελεύθερο αγρίμι
Εκείνο που χάζευες με μάτια διάπλατα μέσα απ' το κλουβί σου
Σε ένα κίτρινο τοπίο που ξεδίπλωνανε τα στάχια
Πλησίασέ το, τα μάτια σου πίσω από σιδερένια κάγκελα
Να καρφώνουν τη ψυχή του
Να ζωγραφίζουν το περίγραμμά του σαν φλόγες
Ερωτέψου το αδύνατο, εκπληκτική επιλογή.
Οι πιθανότητες απροσδιόριστες: ανύπαρκτες
Κοίτα την καμπυλωτή γραμμή που άφησε πίσω του το αεροπλάνο
Ταυτίσου μ' αυτήν, προσποιήσου πως είσαι ένα σύννεφο
Κι όχι ένα υπόλοιπο μιας όμορφης πτήσης
Κάνε τον εαυτό σου να πιστέψει πως εσύ είσαι η πτήση
Κάνε ένα άλμα πάνω απ' τα σύννεφα και να.
Απλώνεται μπροστά σου το βασίλειο του μπλε.
Αφέσου στα ριψοκίνδυνα όνειρά σου και ζήσε
Σε ικετεύω, ξεστόμισε τις λέξεις δίχως να το σκεφτείς
Άσε τη μοίρα να μπλέξει τα πάντα
Μη φοβάσαι πια
Άνοιξε το σεντούκι κι ελευθέρωσε τους ανέμους
Διώξε όλες τις ελπίδες
Κι ύστερα μετάνιωσε πικρά την επιπολαιότητά σου
Βάλε το χέρι σου στη φωτιά
Ποδοπάτησε τη νωθρή πλευρά σου
Εαυτέ μου, κάνε μου μια χάρη.
Ξεκλείδωσε τη ψυχή σου
Ένας πελώριος πίνακας
Κομμάτια του όλοι μας
Είμαι μονάχα μια κουκκίδα, το ξέρω
Αυτό είμαι και ήμουνα και θα 'μαι
Αυτό θέλω να 'μαι
Όμορφος ο πίνακας, έχεις δίκιο
Τόσες μάσκες που φοράει
Τόσα υπονοούμενα..
Αναρωτιέμαι ...ραγίζει άραγε εύκολα ο καμβάς; Σχίζεται;
Θέλω ίσως να σπάσω τον πίνακα
Χίλια κομμάτια
Μεταξύ τους κι εγώ
Κι εσύ
Κι εκείνοι
Παραληρώ, ναι
Να το ξέρεις.
Μια φλόγα με καίει εδώ και καιρό
Μέσα βαθιά, στα σωθικά μου
Στριφογυρίζει, στριφογυρίζει και φέρνει τα πάνω κάτω
Ναι, λοιπόν, εκράγηκε
Ηφαίστειο.
Κούφια όνειρα τα ηφαίστεια:
Βουνά σου συστήνονται μα καίνε, καίνε μόλις πλησιάσεις
Ολογράμματα
Τ' αγγίζεις και χάνονται, υποχωρούνε στιγμιαία
Αέρινα φαντάσματα
Σκόνη!
Σκόνη αφήνει πίσω του ένα ηφαίστειο, και στάχτη
Δικιά σου ή των ονείρων σου
Είσαι άραγε φοίνικας; Θα φανεί..
Θα πέσουνε άραγε ποτέ οι αχτίδες της αλήθειας δίπλα απ’ τους φοίνικες;
Θα ξεπεράσει το φως τη σκιά πίσω απ’ τις μάσκες;
Μαριονέτες, κούκλες, μάσκες, κλόουν
Διαφορά ασήμαντη
Κοπάδι, οδηγίες και κουνάτε το κεφάλι καταφατικά
Ψυχρά κομμάτια πίνακα
Πράσινα και μωβ, γαλάζια, ροζ
Πινέλα στα χέρια μου
Ξεφεύγει η γραμμή απ’ το περιθώριο
Καθώς προσθέτω μια πορτοκαλιά κουκκίδα
Στο περιθώριο, το δεύτερό μου σπίτι
Αγωνίζομαι να αγγίξω τις γραμμές σου
Δάκρυα κυλάνε αλμυρά στα μάγουλά μου
Σμίγονται με τις μπογιές
Νερομπογιές
Ζωγραφίζω εσένα κι ύστερα σε μουντζουρώνω
Αναστενάζω και γίνεται ο αναστεναγμός οργή
Φοβάμαι
Σχίζω τις ελπίδες όσο μπορώ
Μ’ αυτές ακόμη ζούνε
Πίκρα, κι ένα ραδιόφωνο που δε σταματάει να παίζει
Οι νότες τρέχουν κι εγώ μένω πίσω
Κι όσο πίσω μένω τόσο πιο πολύ έχω να τρέξω αργότερα
Μα νοσταλγώ το παρελθόν.
Αεράκι που ανακατώνει τις σκέψεις
Ή μάλλον όχι... τυφώνας.
Κοπήκανε τα σχοινιά που είχα δέσει στη γη
Αιωρούμαι τώρα σε μια καταιγίδα
Με τυλίγουν σύννεφα
Απελπίζομαι
Και αποφασίζω
Πως δεν έχω τίποτα ν’ αποφασίσω
Τίποτα να κρίνω
Και τίποτα πια να πω.
Έφυγες…
Δε ρώτησες αν μου’ χει μείνει ανάσα
Δεν άντεξες της ψυχής την ορμή
Δεν γεύτηκες του ονείρου το χάδι
Και ‘ γω, εδώ…
Μένω στο στερέωμα της νύχτας
να σ΄ ακολουθώ…
Πηγαίνω τον δρόμο της δίψας
για το χαμένο όνειρο
Πώς ν΄ αντέξω τόση μοναξιά…
Παίρνω το δρόμο του φευγιού..
Μέσα στη νύχτα…
Φώτα ολούθε αναψοκοκκινίζουν
Τρεμοπαίζουν και διαδοχικά σβήνουν
καθώς τα προσπερνώ
Κοιτάζω χωρίς να τα βλέπω,
γιατί τα μάτια της καρδιάς μου
είναι σφαλισμένα,
συγκεντρωμένα μόνο πάνω σου..
Προσπερνώ τα σκοτεινιασμένα σπίτια..
Οσμίζομαι τις νότες τις βροχής,
καθώς χτυπούν ανελέητα τα τζάμια.
Και ξεμακραίνω με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
Χωρίς προορισμό..
Και φεύγω…
Φεύγω για να μη γευτώ
του αποχαιρετισμού τα πικραμύγδαλα.
Φεύγω…
Για να μη νιώσω του χειμώνα την φύση.
Φεύγω για να μην υπάρξω χωρίς εσένα.
Δε θα μπορέσω να υπάρξω χωρίς εσένα..
Δυο παιδικά μάτια με κοιτούν δακρυσμένα
Μια ανάσα αθώα καθισμένη
σε ψηλό μαντρότοιχο με κοιτά
και με σφαλίζει για πάντα.
Όχι δε μπορώ
να ξεπεζέψω από της ζωής μου το άρμα
Όχι δε μπορώ
να μηνύσω του τέλους την ύπαρξη
Όχι δε μπορώ
να φιλήσω του Άδη τα χείλη
Δυο παιδικά μάτια αθώα με κοιτούν
και μου στέλνουν πνοές ανάγκης
Δυο μάτια από ψηλό μαντρότοιχο,
δυο χέρια με κρατούνε για πάντα
Και δεν αντέχω να φύγω…
Τρέχω με ιλιγγιώδη ταχύτητα
Προσπερνώ ανυποψίαστους διαβάτες
Χαμογελώ κι ας μην πιστεύω πια στη χαρά
Δακρύζω
Κραυγάζω
Σπαράζω
Κανείς δεν μ΄ακούει..
Γιατί;
Γιατί δε μ΄ ακούτε..
Ε… διαβάτες ,
εσείς που ξεμακραίνετε
και μ΄ αφήνετε μόνη
Γιατί δε μ΄ αγγίζετε;
Γιατί δε με θέλετε;
Γιατί με φθονείτε;
Τρέχω προσπερνώντας πανύψηλα δάση
Μπαξέδες ξέχειλους με αρώματα λήθης
Ουρανούς ξάστερους με πανσέληνους μαύρες
Και θέλω να φτάσω στο αδιέξοδο της μοίρας
Σε γκρεμό βαθύ να πετάξω
Σαν πουλί να πετάξω και να βρω λυτρωμό
απ’ της ψυχής μου τα πάθη.
Μα δε μπορώ..
Δυο μάτια παιδικά με κοιτούν
Μου μιλούν
και μου λένε
«Ζήσε!»
Γύρω μου
ακρωτηριασμένα μέλη
Ψυχές αλλού
Σώματα αλλού
Μυαλά πεταμένα
σε αχανείς αβύσσους
Κάθε νύχτα ο ίδιος εφιάλτης
Κάθε νύχτα ο ίδιος εφιάλτης
νεκρής γυναίκας
με ρούχα κόκκινα
Με κοιτά
μου χαμογελά
και σφίγγει τη ζώνη του παλτού της
έτοιμη να φύγει
Μα μένει εκεί και με κοιτά
Στα μάτια με κοιτά με ικεσία
και μου χαμογελά
και με προσμένει
Δε μπορώ να σταματήσω
Δε μπορώ να σταματήσω
Με μαγνητίζει η ματιά της
με μαγεύει
Και ξεμακραίνω
από τον κόσμο
Και κλείνομαι
Και κλείνομαι
Τα μάτια μου παίρνουν φωτιά
Τα χείλη υγραίνονται
Η ψυχή ξεμακραίνει
Και χάνεται
... χάνεται
Μέλη ακρωτηριασμένα
Ψυχές... κορμιά ματωμένα
Υπάρχουν ολόκληροι άνθρωποι;
Δεν ξέρω…
Δημιουργός: MIPS
Σάββατο 20 Νοεμβρίου 2010
Μπορώ με μια αγκαλιά να σε κάνω
να νιώθεις το χαμόγελό σου;
Να σε κάνω να πετάς πάνω από τα κύματα;
Μπορώ μ' ένα χάδι να πάρω την μοναξιά σου
στα χέρια μου και να την λατρέψω;
Με μια λέξη να διώξω τα σκοτάδια σου;
Μπορώ μ' ένα τραγούδι να σε ταξιδέψω;
Να πιω τα δάκρυά σου, μέχρι να στερέψουν;
Μπορώ με μια σκέψη
να ξεριζώσω όλα τα αγκάθια από το μυαλό σου
και να κάνω να φυτρώσουν όμορφα λουλούδια;
Με μια ματιά μου να βγαίνει το ουράνιο τόξο;
Μπορώ με λίγη τρυφερότητα να διώξω την κούρασή σου;
Με μια ανάσα να γεμίσω το κενό σου με την αγάπη μου;
Μπορώ μ' ένα φιλί να σου πάρω τον πόνο;
Να είμαι κοντά σου;
Σαν την ζωή, περπατάς μεσ' την βροχή, σου φωνάζω σιωπηλά και η έλξη, φωνή πάλι κρύβεται,
περπατάς και πατάς, σ' ένα όραμα κοιτάς και ελέγχεις τα vibes της καρδιάς.
Απόμακρη φωνή την έλλειψή σου νιώθω πληγή, μαχαιριά στην σιωπή
Πως μπόρεσες κι έφυγες χωρίς να κοιτάξεις, τι άφησες πίσω, μια ματιά ν' ανταλλάξεις, είναι αστείο,
μου φαίνεται γελοίο, προχθές ονειρευόσουνα ζωή για μας τους δύο, τώρα τρέχεις, απομακρύνεσαι
σε ξένους δρόμους προχωράς κι αφήνεσαι, το ξέρω υποκρίνεσαι, σ' έναν καθρεύτη σου κρύβεσαι
Θα 'πρεπε να ξέρεις, μένω εδώ, ασφυκτιώ, σ'αγαπω, μέσα σ' ένα ποτό και δεν μπορώ πάλι να ξεφύγω
σε γυναικείο εγωισμό να καταφύγω για λίγο, με φίλους γυρνάω και πίνω και σπάω τα στέκια τα παλιά αποφεύγω,
πονάω, με ρωτάνε για σένα μα δεν μπορώ να μιλάω, ό,τι διαλέγεις για μένα είναι καλλίτερο, ό,τι νιώθεις,
η ψυχή σου ό,τι θέλει κι αν το κενό μου είν' ακόμα μεγαλύτερο, δυνατός ειν' αυτός που ν'αγαπάει επιμένει
Απόμακρη φωνή την έλλειψή σου νιώθω πληγή, μαχαιριά στην σιωπή
Απόμακρη φωνή την έλλειψή σου νιώθω πληγή, μαχαιριά η σιωπή