Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2011

Πνιγμός

 Βυθίζεσαι σε τεχνητά νερά. Το κορμί σου δεν υπάρχει. Φόρεμα λευκό, μαύρα μαλλιά, μαβιά νύχια. Μόνο αυτά. Ελευθερώνεσαι…
Γέρνεις το πρόσωπο σου στο πλάι και αυτοβυθίζεσαι .Τα πόδια σου λυγίζουν εμβρύου στάσεις. Κύκλοι βγαλμένοι από το στόμα σου, τελευταίες ανάσες .Τα μαλλιά σου υγρά ανεμίζουν και σχηματίζουν σύννεφα. Αγκαλιάζεις το σώμα σου, τελευταίο δείγμα αυτολύπησης, ενώ λευκά κεριά -τριαντάφυλλα επιπλέουν. Και συ φουσκώνεις μπαλόνια κόκκινα. Τόσο σε νοιάζουν οι τελευταίες σου ανάσες…
Ανεμίζεις  τα βλέφαρα και κοιτάς με βλέμμα άδειο. Χαράζεις με τα νύχια σου πληγές, γαντζώνεσαι από το πουθενά. Στάλες κόκκινες τρέχουν στους τοίχους, ξεβάφουν το γαλάζιο. Το χέρι αιωρείται και συ στροβιλίζεσαι, κοιτώντας τον ουρανό. Γονατίζεις και κλαις και τα χέρια σφαλίζουν το πρόσωπο σου, να μη κοιτάς ούτε μπρος, ούτε πίσω…
Ακουμπάς σε τοίχους κι απελπίζεσαι. Σφίγγεις τα δάχτυλα των ποδιών σου και τα χορτάρια σε γαργαλούν ευχάριστα. Με το κεφάλι ψηλά νιώθεις τα αιώνια δέντρα  να απλώνουν τα χέρια τους  και γονατίζεις… και καταρρέεις, γιατί λευκό κελί είναι η ζωή σου και οι άλλοι κόκκινα κεριά που τρεμοσβήνουν και χάνονται… Και συ σκυμμένη ανάμεσα σε μπαλόνια κόκκινα σαν έμβρυο τυλιγμένη με τα δυο σου χέρια, προσπαθείς να σε κρατήσεις ζωντανή.
Σηκώνεσαι… ανάβεις ένα ακόμη κόκκινο κερί και ηδονίζεσαι από την φλόγα του. Κι αυτή αργοπεθαίνει. Τα νύχια σου μπηγμένα πια σε βράχους, τα πόδια σου βαδίζουν νωχελικά χωμάτινα μονοπάτια. Ξυπόλητη είσαι, όπως γεννήθηκες  και επιστρέφεις στο λευκό κελί σου.  Και βάφεις πάλι τους τοίχους κόκκινους.  Εκσφενδονίζεις ποτάμια. Ματώνεις. Παραπατάς. Σκουπίζεις το κραγιόν σου. Ορθώνεσαι και ουρλιάζεις: «Πεθαίνω…»
Και  ταλαντώνεσαι με φόντο το γαλάζιο. Τελευταία πράξη: Κοιτάζεσαι στον καθρέφτη. Τα χείλη σου βάφεις  και ζωγραφίζεις αυλάκια που τρέχουν στο λαιμό σου. Και πάλι για τελευταία φορά στα δέντρα ψιθυρίζεις πόσο τα αγαπάς . Έπειτα σβήνεις τα κόκκινα κεριά και στροβιλίζεσαι με το λευκό σου φόρεμα. Ουρλιάζεις και ορθώνεσαι! Ξυπνάς απ’ τον υγρό σου θάνατο!
Μα μέσα σου ουρλιάζεις: «Πεθαίνω!»
Μια χαμένη ψυχή είσαι πια… Σταμάτα να ουρλιάζεις!
Μips

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Απομόνωση



Τρεις το πρωί, ησυχία. Πίσω από τους τοίχους του δωματίου τούτου, της απομόνωσής μου, οι δρόμοι είναι μόνο εκείνοι, που μιλούν. Μου γνέφουν όνειρα, μου πλάθουν είδωλα, μου σαλεύουν το νου. Τους μισώ, τους πατώ. Μπήγω στη σάρκα τους τα ιδρωμένα μου ύπατα και ηδονίζομαι. Γελώ από ευτυχία, που δεν κατάφεραν να με παρασύρουν σ' αβέβαια ταξίδια...

Τώρα κλαίω. Τώρα είμαι ξαπλωμένη στην πολυθρόνα, στο μοναδικό αντικείμενο της άστατης ζωής μου. Καπνίζω τον άνεμο, πίνω τη βροχή, βρέχω το πάτωμα, ραγίζω τα χάρτινα παραπετάσματα του νου, του παραθύρου μου. Ιδρώνω και κλείνω τον ιδρώτα μου βαθιά μέσα στις χούφτες για να ελευθερωθεί κι έπειτα φεύγει και γίνεται πνοή η ανάσα μου.

Κοιτώ τον τοίχο. Προσπαθώ να μαντέψω τη σκέψη του. Αν και είναι χλωμός, είναι χαρούμενος. Του κερνάω τσιγάρο. Το 'χει κόψει, του προσφέρω ποτό είναι ήδη ζαλισμένος, του λέω καληνύχτα, δεν απαντά, κοιμάται από χθες.

Ένα πουλί διασχίζει το δωμάτιο. Θέλει να πετάξει. Πετά. Φτάνει μέχρι το ταβάνι και προσπαθεί να το φάει με το ράμφος του. Έχει ανοίξει ήδη μια μικρή τρυπούλα! Κουράγιο φίλε, σε δέκα χρόνια θα 'σαι έξω. Θα δεις τον ουρανό κι έπειτα θα πεθάνεις, γιατί δε θα μπορείς να αντέξεις το φέγγος του ήλιου, μια και δεν το γνώρισες ποτέ. Όνειρα, όνειρα... Ονειρεύομαι όνειρα όμως δε θέλω, δε θέλω να ζω με ψευδαισθήσεις.


Κοιτώ τα χέρια μου. Δεν είναι ίδια! Το δεξί είναι της μάνας μου. Τ' άλλο κάποιου ανθρώπου που λέγεται πατέρας ή κάπως έτσι. Ψάχνω μες το σκοτάδι τα δικά μου. Πανικοβάλλομαι. Τρέχω μέσα σε τούτο το κλουβί τρέχει και το πουλί μαζί μ' εμένα. Μ' ενοχλεί, μ' ενοχλεί, μ' εμποδίζει, το πατώ, πεθαίνει...

Ο Αγώνας συνεχίζεται. Η αναζήτηση φτάνει στην κορύφωσή της... Το μόνο που ζητώ είναι ένα χέρι γεννημένο από τη μάνα μου, που να μοιάζει και ν' ανήκει σ' εμένα. Αύριο. Αύριο θα συγυρίσω τούτο το αχούρι. Αύριο που θα 'χω βάλει τα δικά μου χέρια.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Στην Προκρούστεια κλίνη (Εσωτερικός διάλογος)



Σκάβω της ψυχής μου τη συσκότιση…
Αίμα, πάγος και δάκρυα με κατοικούν.

Και μια κραυγή που ψάχνει στα τυφλά,
με σκουριασμένα χέρια, να βρει την έξοδο της.

Και μια ανάσα ασθενική που αργοπεθαίνει,
σαν εμβατήριο που παίζουνε ρακένδυτοι βιολάρηδες.

Και ένας βρόχος συρμάτινος, λεπτός,
φτιαγμένος από βρωμερό ψέμα και αχαριστία.

Κι ένας πόνος που ξεσκίζει τα σωθικά,
για όσα δε μπόρεσε η ζωή να μου διδάξει.

Κι ένα βλέμμα - καρφί που σαπίζει τις σάρκες,
μάρτυρας της μέγιστης ηλιθιότητας μου.   

Το αδιέξοδο βαθύ, ρουφάει κάθε ψήγμα ελπίδας…

Κι ο λόγος μου  παραλήρημα που κλαίει:
«Ακρωτηριάζω τις ουλές πάνω στο νεκρό μου σώμα,
με δημιουργίες που ζητούν φευγιό στης ποίησης τη γέννα.
Στις χαραυγές ξεχνιέμαι, αναζητώντας φως σε μήτρες έναστρες.
Και ως το πυρωμένο σούρουπο αναμένω αέρινες σιωπές
να δώσουν το μετά θάνατον φιλί της ζωής.
Έστω ένα φιλί μοναδικό, έγχυμα αέναης αγάπης
να ξεριζώσει τις πληγές  που αφήνουν κατακάθια.

Και παραδίνομαι! Μαραίνομαι! Μου παίρνω τη μιλιά!
Και αυτομολώ! Βυθίζομαι! Μου παίρνω τη σιωπή!
Και παραπαίω σαν σχοινοβάτης που δαμάζει νέα ύψη.
Και χάνομαι… μες της ψυχής μου τη συσκότιση.
Και χαρίζομαι σε θάλασσες μαβιές που ευωδιάζουν πίκρα.
Και ονειροκρίνομαι δυο φορές την εβδομάδα
για λάθη παρελθοντικά και μέλλοντα.
Και πάλι ξεγελιέμαι πως θα’ ρθουν μέρες διάφανες.
(Μα έρχεται κατακάθεται της νοσταλγίας η σκόνη,
γι’ αγάπες που δε ζώθηκαν με μύρα σαρκωμένα.)
Και με περιγελώ που ακόμα γεύομαι πράσινες αυταπάτες
για ελευθερία ή θάνατο, ενώ μου έχω τάξει
πως στης ζωής την άβυσσο δεν έχει διεξόδους.
Μόνο θηλιές και πλέγματα να με κρατούν αιώνια.
Εμέ, Προκρούστεια γυνή, θύμα του εαυτού μου.»
 Δημιουργός : MIPS 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Πρώτη συνάντηση


ΧΡΟΝΟΣ:
Νύχτα ποτισμένη
με μεθυστικά αρώματα.
Δυόσμος και βασιλικός.
Μαζί κι αλμύρα..

ΤΟΠΟΣ:
Στο δάσος με τις κυδωνιές….
Στυφό στη γεύση παρελθόν,
μα σα μαγειρευτεί σωστά,
γλυκό το μέλλον.

ΛΕΞΕΙΣ:
Άπνοια.
Λαχτάρα.
Χαρά.
Φόβος.
Βλέμμα.
Άγγιγμα…
Άπνοια!

ΜΕΣΟ:
Παράλληλοι δρόμοι
που τέμνονται αφύσικα
πλέκουν
κουβάρια-λαβύρινθους
συναισθημάτων

ΠΡΑΞΗ:
Τεχνητή αναπνοή ανάνηψης
Μισάνοιχτα χείλη
δίνουν-παίρνουν.
Βλέμμα-Καρφί
Νύχια-Λύσσα
Χέρια-Κόμποι
Πόδια-Αιχμάλωτοι
Ειρήνη-Πόλεμος
Πόλεμος-Ειρήνη
Ζωή-Θάνατος
Ανάσες…
Νεκρανάστημα…

ΤΕΛΟΣ:
Καλημέρα άγνωστε… γνώριμε εαυτέ μου!
 Δημιουργός : Mips


Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Η πορεία μιας θνησιγενούς απορίας: ΖΩΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ;



Στη γη των Μακάρων – ΜΕΡΟΣ Ι

Ψυχές βυθισμένες σε κενά απόγνωσης
άφησαν το « σήμα» και ντύθηκαν τη γη.
Κατεβαίνοντας του Άδη μονοπάτια,
σκίρτησαν από φρενιασμένα στόματα.
Αναζητώντας κρουνούς ελπίδας,
ούρλιαξαν για χέρια ζωντανού.
Μάταια…

Καταβροχθίστηκαν σε αραχνιασμένες τρώγλες.
Ζητιάνους βρήκαν μανιασμένους
που ούρλιαζαν για μια στάλα αίμα.
Ξεσκισμένα βλέμματα, οδύνες χάριζαν
κι έταζαν μια λέξη αθανασίας
στους κόσμους της σιωπής.
Μάταια…

Τοίχους συνάντησαν σπηλαίων άβατων
Στάθηκαν και παρατηρούσαν
τα Είδωλα του Πάνω Κόσμου.
Θλιβερά απεικάσματα των « όντως όντων»
που ξεγελούσαν ακόμα και τους αθανάτους.
Τα άγγιζαν, τα μύριζαν, τα έγλειφαν
Μάταια…

Φωτιές σιγόβραζαν μα δεν τις έβλεπαν.
Τυφλοί, αυτήκοοι μάρτυρες σε κώμα
Χορτασμένοι από μιάσματα και φρεναπάτες
αρνούνταν να βγουν από το Σκότος.
Είναι γλυκό το Έρεβος που κρύβει τα ανείπωτα
Τα άρρητα τα πάθη
Μάταια…

Καραγκιοζοπαίχτες, βαστώντας τις φιγούρες τους
σκορπούσαν έωλα μηνύματα ολούθε.
Μα ποιος άκουγε; Ποιος έβλεπε; Ποιος ένιωθε;
Όλοι σκυμμένοι, απόκοσμοι…
Τρελοί απεγνωσμένοι, αυτόβουλα ικέτες
για μια φυγή που συνεχώς αρνούνταν
Μάταια…

Νεκροζώντανοι που πάλευαν
να γίνουν άνθρωποι ξανά,
πετώντας από πάνω τους τα αραχνιασμένα σάβανα
Να βρουν μια χαραμάδα ελπίδας
από το βουβό οικειοθελή τους θάνατο.
Καρφιά και αλυσίδες τους βαστούσαν
Μάταια…

Μιαν ώρα…
Κατακλείστηκε η Γη των Μακάρων
από αχτίδες φωτός
Έρεβος και Ήλιος
αιώνιοι αντίπαλοι μάχονταν σώμα με σώμα.
Πάλευαν ανάμεσα σε Ζωή και Θάνατο.
Οι φωτεινές ριπές πυρπολούσαν το σκοτάδι
κι αυτό ρουφούσε αχόρταγα τα βέλη
Μα όχι μάταια…

Τέλος ο πόλεμος δεν έχει,
Μα έχει ελπίδα λύτρωσης

Από την πάλη αυτή
η πρώτη διδάξασα των Ζωντανών Ηλιόφωτων
η πρώτη ηττημένη
το πρώτο λάφυρο των νικητών
φαντάζει η ματαιότης.

 Δημιουργός :ΜIPS

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Ρήμα Αγαπώ



Ρήμα Αγαπώ: Χρόνος ενεστώτας
Δεν υπήρξε ποτέ σε χρόνους παρατατικούς και μέλλοντες

Ρήμα Αγαπώ: Χρόνος διαρκείας
Αγαπώ Ακατάπαυστα /Ακατάλυτα /Απύθμενα /Χωρίς  Χθες/ Χωρίς Αύριο

Χρονικό Αγαπώ δεν υπήρξε ποτέ
Αλλιώς δεν ένιωσες… 
με χρόνους παρατατικούς και μέλλοντες

Ρήμα Αγαπώ: Μοναδικό
Λεκτικό/Αισθαντικό
Ενεργητικό/Παθητικό
Αποθετικό/Οριστικό
Υποτακτικό/Προστακτικό
Εξακολουθητικό…
Χωρίς κατάληξη
Χωρίς αύξηση
Χωρίς περίφραση
Μόνο με συντέλεια…

Δημιουργός : MIPS


Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Πως



Είχα τόσα να σου πω μα η φωνή μου χάνεται στο σκοτάδι....
Λέξεις σκορπισμένες σε θολά τοπία,
σε στιγμές που ξεθώριασαν κάτω από βλέμματα άδεια....
Πως θα μπορούσα να σου πω αυτά που σαν την παλίρροια
...έρχονται κα φεύγουν...
Πως θα μπορούσα να σου πω αυτά που κάθε βράδυ
με στοιχειώνουν...

Πως θα μπορούσα να σου πω
αυτά που έζησα μόνο μέσα σε μια ανύπαρκτη στιγμή...
Αυτά που γεννήθηκαν για να πεθάνουν σύντομα πριν καλά καλά ''μπουσουλίσουν''..
Αυτά που έμοιαζαν με κραυγές κάποιας άλλης διαλέκτου ...σιωπηλής...

...Πως …
Θα μπορούσα να σου πω πως σ ΄αγαπώ από την στιγμή που η γη
άρχισε να γυρίζει....
Να σου πω πως σε σκέφτομαι όσο συχνά ανασαίνω....
Πως φωνάζω μεσα στη νύχτα, πως ουρλιάζω....
Πως απελπίζομαι....

Να σου πω πως..... σε χρειάζομαι.....σαν οξυγόνο.....

ΚΡΙΜΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ ΑΠΟΨΕ . . .
Δημιουργός : ΜIPS

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Χρόνος



ΤΟ ΠΡΙΝ :
Ήσουν ολάκερα δοσμένη στο  σκοτάδι
Στον Άδη έσκαβες για να βρεις τη ψυχή σου
Κράταγες τα μήλα της ντροπής
Τα παιδικά σου μάτια δεν έτρεχαν γέλια
Δεν έτρεχαν…
Άδεια ήταν… σκοτεινά.
Τον εαυτό σου ξόδευες
Απελπισμένα σπάραζες
Ανέξοδα φιλούσες
Τα φορέματα σου ανέμιζες
Και τα μαλλιά σου…
Ξέπλεκα!
Στον άνεμο πετούμενα!
Θλιβερά επωάσματα!
Νότες ασθενικές!
Και κούφια στόματα!

Μόνο ήξερες το πάθος να δοθείς….

ΤΟ ΜΕΤΑ:
Ήξερες…
Νόμιζες…
Δεν ήξερες…
Πάθος τι σημαίνει!
Πώς να’ ναι έγνοια σου μοναδική
 Η Αγάπη  για τον ΕΝΑ!
Δεν ήξερες αγάπη για εσένα.

(  ΤΟ ΤΩΡΑ: )
ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΜΑΘΕΣ!
Αγάπη τι θα πει…

Το «μου», σού ήταν άγνωστο
Και τώρα λες…
ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!

Δες!
Ξεκλείδωσε τα χέρια!
Άνοιξε!
Μίλα!
Φίλα!
Πες!
«ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ…»
Κέρδισε αυτό που σου ανήκει…

Να μην υπάρχει «εγώ» , να μην υπάρχει «εσύ»
Μέσα σου να υπάρχω!
Μέσα μου να υπάρχεις!
Μέσα μου, για να υπάρχω!
Μέσα σου, για να υπάρχεις!

Για να κερδίσουμε αυτό που ΜΑΣ ανήκει!
Δημιουργός : MIPS

Απέναντι από την Δήλο, παράλληλα στον ορίζοντα




Ιερή βάρκα αγκυροβολημένη,
 με θέα το Αιγαίο.

Δήλος εσύ,
που γέννησες τον ΆΝΤΡΑ του φωτός,
Τον αγλαό Απόλλωνα.
Λεκάνη ΓΥΝΑΙΚΑΣ εσύ
-Της Λητούς, της κόρης των Τιτάνων-
Που πήγασες
Την έμπνευση
Την άρπα
Την πεθυμιά
Τον Θάνατο
Την αίγλη
Το παράφορο
Το ΦΩΣ

Τον έθρεψες  με νέκταρ κι αμβροσία
Τον λέοντα Απόλλωνα
Τον έπλασες τόσο όμορφο
Που ο Δίας τον έχρισε
«παιδί ΦΩΤΟΣ»

Κάθε πρωί πάνω στο άρμα ΤΟΥ
Γελούσε και φώτιζε ο κόσμος
Κάθε νύχτα γέμιζε με κόκκινο καδμίου
και τάραζε πτυχές του εγκεφάλου
Όνειρα ανασταίνονταν…
Χάδια αίθρια, ανέφελα ανατριχίλας

ΘΕΕ που έκανες δηλά και ορατά τα πάντα
Έρανες με το μύρο σου κι εμέ  Τη Δάφνη
ΕΣΥ Ταρραίε Απόλλωνα δώσε χρησμό
Και πίστη
Εξιλαστήριο καθαρμό
Για τα μελλούμενα
Και έλα!
Σκόρπα τον Ήλιο σου παντού
Φύσα πνοή!
Τον μύθο χάλασε
Και έλα!
Η Δάφνη σου φωνάζει…

 Δημιουργός : MIPS 

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Υδρόγειος σφαίρα


 Γυρνάς τον κόσμο…
Τι ψάχνεις;
Χαμόγελα, Βλέμματα, Πυθίες…
Αναμένεις τη ζωή
Ως άλλος Έλληνας ζητάς
Ιθάκη

Μένω εδώ
Τι ψάχνω;
Στόμα, Βλέμμα, Χρησμό…
Αναμένω τη ζωή
Ως άλλη Περσεφόνη ζητώ
Γη

Κάνε μια στάση στην υδρόγειο σφαίρα σου
Στη δική μου στάση
Θα την ονομάσω
« Ιθάκη»
Να έρχεσαι
Και να σπαρταρά η άνοιξη
Να φεύγεις
Και να ουρλιάζει ο χειμώνας

Γιατί σαν φύγεις ΕΣΥ
Εκεί δα…
Στην υδρόγειο σφαίρα σου…
Μια στάση που λέγεται «Ιθάκη»
Θα ψιθυρίζει  το όνομά σου…
Έλληνα ΜΟΥ!

 Δημιουργός: MIPS

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Λογική κι ευαισθησία



Σου φωνάζει «Φύγε! Φύγε μακριά! Δεν ακούς;»
Πώς να σ’ ακούσω, καρδιά μου;
Χρόνια σ’ έχω σφαλισμένη σε φρούρια ψηλά!
Κανείς να μη σε δει!
Κανείς να μη σ’ ακούσει!
Κανείς να μη σ’ αγγίξει!
Φυλακισμένη από φόβο, να μη νιώσεις!
Σε λένε ευαίσθητη καρδιά μου…
Μα… εσύ ξέρεις πως ευαισθησία
δεν είναι η δειλία.
Ευαισθησία δεν είναι ο φόβος,
ο τρόμος σου να ζήσεις.
Όχι! Δεν είναι ευαισθησία!
Την λένε λογική…
Σκέψου!
«Μη σκέφτεσαι» φωνάζεις, καρδιά μου
«Νιώσε» φωνάζεις, καρδιά μου
«Νιώσε» ουρλιάζεις, καρδιά μου…
Μα… όπλο των ανθρώπων ο λόγος
Μαχαίρι: ο λόγος
Η προίκα των ανθρώπων…
Ο λόγος σου λέει «Ξέχνα! Ξέχνα και προχώρα!»
Μα να ξεχάσεις τι; Τι; Όσα δεν έζησες; Όσα δεν ένιωσες; Όσα δεν πίστεψες; Όσα αρνήθηκες;
Τι να ξεχάσεις; Τι;
Εδώ ξέχασες να ζήσεις….

 Δημιουργός : Mips

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Το νήμα της ζωής



Αδράχτι λεπτό εύθραυστο
τυλίγεται γύρω σου
και νιώθεις βουβό πόνο.
Δε μιλάς.
Δεν ακούς.
Δεν υπάρχεις.
Πριν λίγο καιρό,
θα μιλούσες σε χρόνο αόριστο.
Τώρα σε χρόνο ενεστώτα…
Γιατί για λίγες στάλες ζωής ένιωσες.
Υπήρξες.
Δεν υπάρχεις.
Έχεις νιώσει θάνατο μέσα σου;
Να ζεις πια για τους άλλους;
Για σένα να επιβιώνεις;
Ποιος ο σκοπός που γνώρισες
την ανάσα του;
Τιμωρία των Θεών;
Τιμωρία για την άρνηση της ζωή;
Τιμωρία για το μίσος σου για σένα;

Νιώσε τώρα τον πόνο!
Εσύ ήθελες να νιώθεις!
Πάγος που έλιωσε…
Νιώσε τώρα την απώλεια
Αυτού που ποτέ δεν είχες!
Κι αν για στάλες έζησες,
τώρα καιρός να κόψεις το νήμα της ζωής.

Δημιουργός: MIPS


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Γραμμή ασθενική αναβοσβήνει…




Όλα τελικά
είναι φως ή σκοτάδι.
Φως και σκοτάδι.
Μικρές αναλαμπές
ισχνές και μάταιες
που αχνοφέγγουν.
Στιγμές λογικής
προστάζουν «Φύγε!
Τώρα που μπορείς…»

Προσπαθείς να δεις ήλιο
Μάταιο!
Τυφλές ελπίδες…
Σαν σπήλαιο είναι η ζωή.
Κοιτάς μπροστά.
Τι βλέπεις;
Λάμψεις σε υγρά τειχίσματα
Άνθρωποι φυλακισμένοι
που βλέπουν και πιστεύουν
Μα είναι μάταιο κι αυτό,
γιατί’  ναι οφθαλμαπάτες
Σκιές που φαίνονται απτές,
μα ζουν στον κάτω κόσμο.

Και κει… ψηλά…
Που βρίσκεται η αλήθεια;

Αλήθεια είναι η μοναξιά
σε φως και σε σκοτάδι.

Προσπαθώ…
Παρόλα αυτά προσπαθώ…
Στο φως να ζω
Κι ας κάνει μοναξιά…

Μην ακούς,
όσα λέω σκοτεινά.
Υπάρχει ρήγμα.
Ρήγμα ψυχής.

Κι ας είναι σπήλαιο η ζωή.
Σαν βγεις στο φως
Θα δεις
Και θα ριγήσεις
Ή θα ψυχορραγήσεις
Μα αξίζει να ραγίσεις
Αρκεί να ζεις
Σε φως ή σε σκοτάδι
Σε φως και σε σκοτάδι…

Δημιουργός : MIPS 

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Φυγή


Είναι κάτι στιγμές
που οφείλεις θυσία
Δε θες να νιώθεις!
Πάγο ζητάς και αίμα.
Ήλιοι  φεγγάρια πέρασαν  
χωρίς ψυχή.
Και τώρα που ψυχορραγείς
και οφείλεις;

Κοίτα μπροστά!
Θάρρος χρειάζεται η φυγή!

Και συ δειλιάζεις…
Καλά σε λέγανε δειλή,
αυτοί που δε σε ξέρουν.
Και τούτοι που σε μάθανε;
«Ζήσε» σου λένε!
Και συ χαμογελάς αινίγματα…
Κοιτάς μπροστά και φεύγεις…

Ξεμάκρυνε!
Μη στέκεσαι!
Μη ζεις!
Συνήθισε το!
Για ήλιους και φεγγάρια ολόγιομα
Εσύ πως το μπορούσες;
Για μια φορά προσπάθησε
και γίνε εσύ θυσία!

Πως άλλοτε μπορούσες;
Θύμα καλύτερο είσαι εσύ
Και θύτες σου οι άλλοι!
Στο είπε…
Στο ψιθύρισε…
Γιατί αργείς; Ξεμάκρυνε!
Μη στέκεσαι!
Και φύγε!

Γιατί αγάπη αυτή ορίζεται..
Αγάπη για τον θύτη…

Για να’ ναι ο θύτης σου καλά,
κι ας μην το ξέρει ακόμα…

Κι ανάσα  ας μην έμεινε…
Κι ας μην το μάθει ακόμα…

Δημιουργός: MIPS

Τρίτη 19 Ιουλίου 2011

Πληγές



Έχετε νιώσει ποτέ να χύνεστε;
Να γίνεστε στάχτη;
Χιλιάδες μαχαίρια να μπήγονται στο κορμί σας;
Τα μισώ τα μαχαίρια…
Κάθε βράδυ πριν να κοιμηθώ, τα κρύβω…
Ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί…
Για να μην κάνω κακό στους άλλους;
ΟΧΙ! ΟΧΙ! Αυτό αποκλείεται…
Για να μην κάνω κακό σε μένα;
Περισσότερο κακό γίνεται;
Αναρωτιέμαι…
Χιλιάδες μαχαίρια στο κορμί μου…
Κι έλεγα, γιατί πονάω…  
Δημιουργός : MIPS

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Τέττιξ και Τερψιχόρη





Mούσα Τερψιχόρη
Εσύ του δράματος Θεά
στα βέλη του  δεν πίστευες,
στου Έρωτα τη δίνη.
Μα εκείνος σ’ εκδικήθηκε
και στάλαξε το πάθος,
στην άδεια σου καρδιά.

Ο χρόνος ακατάλληλος
σαν σκέψη εραστή…

Παράφορα ερωτεύτηκες
τον ποιητή του κόσμου,
τον βάρδο τον γλυκόλαλο
που μόνο σου ψιθύριζε
της μέρας τις αλήθειες.
Ώρες ατέρμονες σου μίλαγε
και βρήκες την ψυχή του.
Σε γήτεψε, σε μάγεψε
ο ήχος της φωνής του.

Κι ο Τέττιξ σε αγάπησε!
Σου χάρισε την πίστη.
Σου άπλωσε το χέρι του.
Σου γύμνωσε τα μάτια.
Και είδες πως στον κόσμο αυτό
θα πρέπει να αμφιβάλλεις.
Σου δίδαξε να μη γυρνάς
τις πλάτες σου στη μέρα.
Να νιώθεις και να αγαπάς
ακόμα και τα λάθη.
Το παρελθόν να μη μισείς,
να ελπίζεις για το μέλλον.
Μα πιο πολύ σε δίδαξε
πως  προσμονή και  θέληση
κάνουν τα όντα ακούραστα
και την αγάπη ανάγκη.

Και έμαθες, όταν ξεμάκρυνε
πως όλα όταν τελειώσουνε,
δε θα’ ναι θάνατος αυτός,
μα λύτρωση για σένα.

…………
Και ο Τέττιξ πια δεν άντεξε…
Σ’ αρνήθηκε κι εχάθη…
Στον ίσκιο της αγριελιάς
μερόνυχτα διψούσε
κι έδωσε τέλος στη ζωή.
Ήταν επιλογή του!

Απ’ τα ανθρώπινα σου δάκρυα
γεννήθηκε πηγή αστείρευτη.
Ανάβλυζε μειλίχιο νερό
Κι απ’ την στερνή σταγόνα σου,
της πίκρας την οδύνη
γεννήθηκε  πλάσμα μαγικό
που ζούσε στην ελιά σου.
Λιγόζωο κι αυτό και καταδικασμένο
Βασανισμένο από έρωτα  ανεκπλήρωτο
Να τίκτεται μες την αγκάλη της
Πριν δώσει τους ανθούς της
Και να πεθαίνει όταν αυτή είναι έτοιμη
πια να αφήσει τους καρπούς της.

Ελιά γραμμένη με ονόματα στη σάρκα της
θλιμμένων εραστών…

Σεμνά επιβλητική
με ρίζες απλωμένες.
Την στήριζαν, την έτρεφαν
σαν το μωρό, ο λώρος.
Και οι καρποί μεστώνανε,
κι ας είχαν μωβ για χρώμα.

Κι ο Τέττιξ ας ξεψύχησε…
Ήταν επιλογή του!

Απόλαυσε μούσα το άγγιγμα
Κι αν είναι να τελειώσει
Μη πικραθείς!
Μην αρνηθείς
αιώνια αλήθεια:

Κι ας είναι όλα ξέθωρα…
Ο έρωτας υπάρχει!

Δημιουργός: MIPS