Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Παρασκευή 15 Ιουλίου 2011

Τέττιξ και Τερψιχόρη





Mούσα Τερψιχόρη
Εσύ του δράματος Θεά
στα βέλη του  δεν πίστευες,
στου Έρωτα τη δίνη.
Μα εκείνος σ’ εκδικήθηκε
και στάλαξε το πάθος,
στην άδεια σου καρδιά.

Ο χρόνος ακατάλληλος
σαν σκέψη εραστή…

Παράφορα ερωτεύτηκες
τον ποιητή του κόσμου,
τον βάρδο τον γλυκόλαλο
που μόνο σου ψιθύριζε
της μέρας τις αλήθειες.
Ώρες ατέρμονες σου μίλαγε
και βρήκες την ψυχή του.
Σε γήτεψε, σε μάγεψε
ο ήχος της φωνής του.

Κι ο Τέττιξ σε αγάπησε!
Σου χάρισε την πίστη.
Σου άπλωσε το χέρι του.
Σου γύμνωσε τα μάτια.
Και είδες πως στον κόσμο αυτό
θα πρέπει να αμφιβάλλεις.
Σου δίδαξε να μη γυρνάς
τις πλάτες σου στη μέρα.
Να νιώθεις και να αγαπάς
ακόμα και τα λάθη.
Το παρελθόν να μη μισείς,
να ελπίζεις για το μέλλον.
Μα πιο πολύ σε δίδαξε
πως  προσμονή και  θέληση
κάνουν τα όντα ακούραστα
και την αγάπη ανάγκη.

Και έμαθες, όταν ξεμάκρυνε
πως όλα όταν τελειώσουνε,
δε θα’ ναι θάνατος αυτός,
μα λύτρωση για σένα.

…………
Και ο Τέττιξ πια δεν άντεξε…
Σ’ αρνήθηκε κι εχάθη…
Στον ίσκιο της αγριελιάς
μερόνυχτα διψούσε
κι έδωσε τέλος στη ζωή.
Ήταν επιλογή του!

Απ’ τα ανθρώπινα σου δάκρυα
γεννήθηκε πηγή αστείρευτη.
Ανάβλυζε μειλίχιο νερό
Κι απ’ την στερνή σταγόνα σου,
της πίκρας την οδύνη
γεννήθηκε  πλάσμα μαγικό
που ζούσε στην ελιά σου.
Λιγόζωο κι αυτό και καταδικασμένο
Βασανισμένο από έρωτα  ανεκπλήρωτο
Να τίκτεται μες την αγκάλη της
Πριν δώσει τους ανθούς της
Και να πεθαίνει όταν αυτή είναι έτοιμη
πια να αφήσει τους καρπούς της.

Ελιά γραμμένη με ονόματα στη σάρκα της
θλιμμένων εραστών…

Σεμνά επιβλητική
με ρίζες απλωμένες.
Την στήριζαν, την έτρεφαν
σαν το μωρό, ο λώρος.
Και οι καρποί μεστώνανε,
κι ας είχαν μωβ για χρώμα.

Κι ο Τέττιξ ας ξεψύχησε…
Ήταν επιλογή του!

Απόλαυσε μούσα το άγγιγμα
Κι αν είναι να τελειώσει
Μη πικραθείς!
Μην αρνηθείς
αιώνια αλήθεια:

Κι ας είναι όλα ξέθωρα…
Ο έρωτας υπάρχει!

Δημιουργός: MIPS

Κενό έγγραφο



Κενότης κενοτήτων
Τα πάντα μια κενότης…

Τα παιδιά χαμογελούν
Οι ουρανοί είναι γαλάζιοι
Οι ήλιοι λαμπεροί
Οι θάλασσες ατόφιες
Τα κύματα θεριεύουν
Τα σώματα παλεύουν
Τα μάτια χαμηλώνουν
Τα σώματα κυρτώνουν
Τα χείλη αποπνέουν
Τα σώματα λυγίζουν
Τα στήθια πια σφυροκοπούν
Τα σώματα πια αφύσικα
Τα χέρια αδειανά
Τα σώματα με αίμα
Τα πόδια ξεμακραίνουν
Τα σώματα…
Τα σώματα χωρίς ψυχές…

Και αυτή είναι αλήθεια
μια κενότης!  
Δημιουργός : MIPS

Απορίες Ζωής


Δυο δρόμοι αδιέξοδοι…
Αυλακωμένης μοναξιάς
και μοναξιάς αιώνιας.

Κι αν διαλέξεις τον πρώτο;

Τα βουνά ανυπέρβλητα θωρούν
τους καημούς χαμένου κόσμου.
Στα βάθη τους ποιος νοιάζεται
να δει;
«Μην είσαι αχάριστη…
Μην έχεις απαιτήσεις…
Εδώ δε νοιάζεσαι εσύ…»

Κι ο δεύτερος;

Είναι ο πιο λιτός.
Αυτός της ευκολίας.
Τον περπατάς για χρόνια
Τον έχεις συνηθίσει
Σου φαίνεται ατελείωτος
Μα στην παραμικρή στροφή
δειλιάζεις να ξεφύγεις.

Και χάνεσαι…
Και ξεμακραίνεις…
Μια κουκίδα γίνεσαι…
Ανάμεσα στις άλλες…

Κόκκος άμμου
Σ’ απέραντο πλανήτη…

Κι αν σε ποδοπατούν τι έγινε;
Τουλάχιστον αυτοί κερδίζουνε
μια στάλα ευτυχίας…

Κι αφού εσύ δε τη μπορείς;
Ας χαίρονται οι άλλοι…

Είναι κι αυτό…
Μια στάλα ευτυχίας…

( Λόγια γραμμένα ως ένδειξη ειρωνείας για μια ακόμα μέρα απωλεσμένη
Κούφια λόγια δηλαδή… ανάξια λόγου… μήτε που πρόκειται να τα ξαναδιαβάσω…)
Δημιουργός : ΜIPS



Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Απολογισμός



Για τις μέρες που έζησα
Για τα χρόνια που πέρασα
Για τα όνειρα που έσβησα
Δεν Μετανιώνω

Για τις νύχτες που έκλαψα
Για τις ώρες που γκρέμισα
Για τα λίγα που έδωσα
Δεν Μετανιώνω

Για κραυγές που δεν έβγαλα
Για πληγές που δεν έρανα
Για νεκρούς που δεν έθαψα
Δεν Μετανιώνω

Μετανιώνω που δε μετάνιωσα ακόμα…

Και η ψυχή μου κελαηδεί στο κλουβί…
Δημιουργός : MIPS

Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011

Μούσα



 Μούσα εσύ που κατοικείς στη χώρα της Σκεπτόμενης Λήθης
ΕΣΥ, δέσμια πως «ζεις», επάνω σε χαλάσματα αιώνιας αλήθειας;

Παλεύεις να ξεσκεπάσεις τις αρχές του κόσμου….
Μα φύση συνωμότρια σ’ ωθεί στη φυλακή της στασιμότητας σου
Αλλάζεις όψεις.
Τα χαρακτηριστικά σου θλίψης απαυγάσματα
Και το πηγάδι των ευχών σου στέρεψε
Μιας και οι αλήθειες το εγκατέλειψαν

Σε πλάσματα αυτού του κόσμου των Μουσών
υπολανθάνει το Φως και το Σκοτάδι,
η Γέννηση και ο Θάνατος
Το βλέμμα, ανυπόκριτο,
-στραμμένο στις ποίησης τη λήθη-
ρίξε Μούσα γύρω σου και δες
κατάσταση φθοράς να διαπλέκεται
με γεγονότα γέννας
και σκέψου τελικά
ποιος θα είναι ο νικητής;
Το γέννημα ή το θρέμμα;

Δημιουργός: MIPS 

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011

Διάλογος με τον χρόνο



Ο χρόνος περνά απαρατήρητος
Δεν έχω πια την αίσθηση του
Αφημένος εκεί στο παγκάκι της γειτονιάς
να κείτεται σαν πτώμα…

1,2,3,4,5,6,7…
Κείτεται εκεί… εις γνώσιν μου

Κι ας προσπερνούν…
Κανείς δεν τον κοιτάει…
Κανείς δεν του μιλάει…
Μόνο τον κλωτσούν
Θάρρος δεν έχουν να τον ποδοπατήσουν

Κι αυτός εκεί… ζωντανός νεκρός
Τους κλείνει το μάτι πονηρά
Και τους γελάει…
«Θα έρθει η ώρα σας…
Δε φταίω εγώ
Που χάσατε εσείς την αίσθηση μου!»

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Στην αιώνια αγαπημένη


Μαύρα χυτά τα μαλλιά σου
Βλέμμα βαθύ η ματιά σου
Αγνή , απέραντη η καρδιά σου
Θάλασσα πλατιά η αγκαλιά σου

Σ’ αναζητώ,
όπως ο σπόρος το χώμα

Σε θέλω,
όπως  το λουλούδι το νερό

Σ’ αρνιέμαι ,
όπως  τον ήλιο ο διψασμένος

Σε χρειάζομαι ,
όπως ο τυφλός το φως

Σε καταλαβαίνω,
όπως ο θύτης το θύμα

…τώρα που θύμα έγινα εγώ

Παντοτινή πηγή ζωής μου
Σ’ αγαπώ!
Ναι,  Αγία Μητέρα…
Κι ας μη στο λέω συχνά…
Σ’ αγαπώ!

ΜΙPS

Τετάρτη 4 Μαΐου 2011

Αναπόφευκτη απόφαση

Σκιές σαλεύουν στον
ύπνο σου και δεν σε αφήνουν
ήσυχη ,κι όμως εκεί στην
άκρη, στέκεσαι ματωμένη
να ελπίζεις μόνο, πως στην
πραγματικότητα υπάρχει κάτι άλλο…

Τώρα πια που η απόφαση
παίρνει υπόσταση,
προσπαθώ να αναβάλω
την αναπόφευκτη συνάντηση,
και υποκρίνομαι αδιάφορα,
ότι δεν θα υπάρχει καμία
υποψία, την τελευταία στιγμή.

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Η κούκλα


Εκείνη δακρύζει αίμα
-εγώ καταπίνω τα δάκρυά μου.
Αγέρωχη μες την σκοτεινιά της
-ταπεινή μες την χλωμάδα μου εγώ.
Άψυχη κούκλα στα χέρια σου
-εμένα δεν μ' άγγιξες ποτέ.
Για 'κείνη πολεμάει ο σκοτεινός ιππότης της
-για 'μένα ο μικρός μου ήρωας.
Εκείνη δεν βλέπει
-εγώ δεν μιλάω.
Τόσο διαφορετικές
-μα είμαστε και οι δυο καταδικασμένες...

Δημιουργός: MIPS

Παρασκευή 4 Μαρτίου 2011

Στάζει το σπίτι μας

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
- φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης - Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου - και πού είναι; -
πλημμύρισε το πρόσωπό σου - και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ' όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα - μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη...

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να 'ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να 'βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω...

Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ' τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
- Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;

- Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να 'σαι σίγουρη μονάχα
γι' αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.

[Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006]

ΒΎΡΩΝ ΛΕΟΝΤΆΡΗΣ

Πέμπτη 24 Φεβρουαρίου 2011

Ασπίδα

Ο ΧΡΟΝΟΣ:
Οι νύχτες οι απύθμενες δεν έχουν συγκράτηση καμιά…
Και τώρα νύχτα.. πάντα νύχτα… μόνο νύχτα!

Το κόκκινο απλώνεται σαν αίσθηση θανάτου,
μα είναι φεγγάρι αυγουστιάτικο, εν μέσω παγετώνα
Και είναι τα μάτια, για να ζουν στη θλίψη όλο γερμένα;
Τρέχουν ανυποψίαστα στους δρόμους μαγεμένα
βλέμματα αθώα πυρπολούν, παράθυρα ζηλεύουν
οσφραίνονται το μέλλον τους, μα γέρνουν και λανθάνουν

ΕΣΥ:
Ερέβους γλυκοξύπνημα έρχεσαι να κουρσέψεις
την λήθη την ακάματη για λάθη αορίστου
γυρεύεις στη στεριά να βγεις σαν λήσταρχος της μνήμης
και ενεστώτας να βρεθείς στο διάβα της ζωής μου
Δεν με φοβίζει ς πια , όσο κι αν βρέχει λάθος
Ανέξοδα ξοδεύεσαι σε λόγια διεφθαρμένα

ΕΓΩ:
Κρατώ ασπίδα, όταν ζητάς στη θάλασσα μου να’ ρθεις
Παλεύω με τα όπλα σου, τα πάθη να αντικρούω
Χαρά σ’ αυτόν το πόλεμο νομίζεις πως θα λάβεις
σ’ αυτή τη σάρκα που ‘μεινε ελπίζεις να προλάβεις
Μα ζεις μόνο στη λήθη μου. Δεν είσαι θησαυρός μου…
Μακραίνεις και ελπίζω πια σε κάτοπτρα εντός μου.


ΕΜΕΙΣ:
Μικρό μπαούλο, ξύλινο, με χάλκινα ανθάκια. Θυμάσαι;
Ευθύς το ερωτευτήκαμε. Τα αδειάζω στο χαλί μου.

ΕΓΩ… ΜΟΝΟ ΕΓΩ:
Δε θέλω να υπάρχουνε τα μύρια, τα ανείπωτα,
τα λόγια, τα αγκάθια. Βάζω φωτιά και καίγονται,
και σβήνουν τα κελεύσματα, του πάθους σου συντρίμμια
Και η ψυχή ραγίζει και σκορπά ρινίσματα θανάτου
μα ήρωας κηρύσσεται , γιατί απλά ραγίζει.
Και σπάει το σώμα σαν γυαλί, γιατί πρέπει ν΄ αντέξει

ΕΣΥ… ΜΟΝΟ ΕΣΥ:
Και συ κουρσάρος κι αν φανείς στα βάθη τ’ ουρανού μου
σαν περπατάς μες την βροχή και θάλασσα ατενίζεις,
σαν η πνοή σου είναι βαθιά να την ευχαριστιέσαι
Θα δεις πως τα νησιά δεν παίρνονται με μάχες , με ραπόρτα
Θα δεις που στα νησιά δεν φαίνονται μαλάματα και σμύρνα
Θα δεις που στη στεριά υφαίνονται ιστοί μα και αράχνες

Ο ΧΩΡΟΣ:
Για χρόνια κοιμάται η ηδονή, ύπνο βαθύ κι ακέραιο
Μια χειμερία νάρκη ατέρμονη για χρόνια, που φοβάται
Σαν τις αράχνης τα υφαντά απλώνει και μεθάει
Τρόμος και γύρω σου κανείς δε είναι να σε σώσει
Φωνές στο άνοιγμα γλιστρούν μες του μυαλού την τρέλα
Σου γνέθουν τα στολίδια σου και ζεις απαρχαιωμένος

Στο ράδιο ακούγεται μια φράση ασθενική μα τόσο αγαπημένη..
«Πόσο πολύ σ’ αγάπησα κανείς δε θα το μάθει…»
Κρατά ο λυγμός το χέρι σου, δίχως λαλιά μιλάει
Τα άστρα κοιτούν μες τις φωτιές κι υπονοούν αχτίδες
στη νύχτα λουφάζουν οι αγκαλιές, σ’ άλλες ζωές πνιγμένες
Κατάρα ο δρόμος ατέλειωτος, ταξίδι μοναξιάς μου

ΑΡΑ… Ο ΧΩΡΟΣ:
Μικρός είναι ο κόσμος και δε χωρά τις αντοχές του χρόνου…

ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ:
Τα χείλη τους βάψαν κόκκινα και οι άγγελοι στον Άδη
Έγινε η νύχτα όλο φτερά, του έρωτα συνήθεια,
(αληθινή και ψεύτικη, όπως η ανατολή του ονείρου)
Απ’ τις επάλξεις ήλιου αντίκρισμα,
θα μ’ εύρεις στο σκοτάδι να ξεδιψώ, να χάνομαι
της εξουσίας σου ξανά θηλή αποζητώντας
Να με γεννάς και να με καις την δύση για να ανέβεις .

Μα είναι η ανεξαρτησία μου το μόνο που λατρεύω
Το μόνο σφάλμα της ζωής κι αυτό εμπεριστατωμένο
είναι οι αναχρονισμοί που θέλησα να σβήσω με μανία
να πάψω πια στα φράγματα να ζω, τις ώρες να μετράω
στη νιότη επιστροφή δε γίνεται ,για πάντα είναι χαμένη
στο μέλλον να δω τα σωθικά, τον χρόνο να γνωρίσω

Η ΜΟΙΡΑ:
Κι αφού ως τον θάνατο με αγαπάει τόσο ο θάνατος
Πάλι να σπάσω, σαν μαύρη λέξη στου μολυβιού την μύτη…

Είναι η ζωή μου ένας στρατός που με περικυκλώνει
Αμφιθεατρικά ο έρωτας το σπίτι και η δουλειά μου
Φεύγω απ το λάθος, έτσι είπα, μα αυτό κοντοζυγώνει
Στο κάτω χείλος μου κρέμεσαι ανάγκη μου, θηλιά μου

Η ΑΠΟΦΑΣΗ:
Ναι, αρνούμαι. Μ' ακούς;
Σ’ αρνούμαι μ’ ακούς;
Σ' αυτό το λίκνισμα, στο κρέμασμα δε μπαίνω.
Τ' ακούς;
Η σωστή απάντηση.
Η λάθος απάντηση.
Μετρούν πόντους τα συναισθήματα;
Στημένο παιχνίδι ερωτήσεων;
Παγίδες του εγωισμού σου;
Τώρα έχω τη δύναμη …τ’ ακούς;
Βλέπω. Εσύ; Πώς; Εσύ μου το πες.
Μα εγώ ξέρω πως δυνατός δεν είναι αυτός
τη δύναμη που χρησιμοποιεί ενάντια αδυνάτου.
Δειλός ονομάζεται εκείνος.
Εσύ; Δειλός; Όχι. Όχι.
Εγώ την εικόνα σου θέλω να κρατήσω. Εντάξει;
Το κοφτερό σου μυαλό, τη γλύκα, τις ιδέες σου,
την ίδια την ψυχή σου…
Αυτήν, αυτήν κρατάω εγώ!

Δημιουργός : MIPS

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Μετάγγιση πνεύματος


Δε ζούσα πριν σε γνωρίσω
Αυτοενεχυριαζόμενη ήμουνα
Στις φλέβες μου δεν κυλούσε αίμα
Πάγος ήταν σφηνωμένος
και μου πονούσε τα χέρια
Δεν έβλεπα
Εθελούσια τυφλή
Σιωπές με κατοικούσαν
βαθειά… τόσο βαθειά
Τρίσβαθα
Δε μίλαγα
εθελούσια
Δεν άκουγα
εθελούσια
Ξέρεις τι είναι ψίθυροι
να σου σκάβουν το μυαλό;
Λέξεις-καρφιά να σε τρυπάνε;
Και να σε ματώνουν;
Και να μη φεύγουν;
Να σε ματώνουν;
Και να πεθαίνεις;
Και να το θέλεις;
Και να υγραίνονται τα μάγουλα σου
από τις σταγόνες της μοίρας σου;
Και να νοιώθεις την αρμύρα στα χείλη
Και να μη θέλεις ποτέ να τελειώσει;
Και ξέρεις ποιο είναι το πιο αστείο;
Μια ζωή μισούσα το αλάτι
Αλήθεια το μισούσα
Ούτε να το βλέπω δεν ήθελα
Ξέρεις πόσα πράγματα κάνω
χωρίς να συνειδητοποιώ το γιατί;
Απίστευτα πολλά
Πολλά ποτέ δε τα συνειδητοποιώ
Ξύπνησα μέσα στον ύπνο μου
από σένα όνειρο μου
Δεν κατοικούσες μέσα του
Δεν ήσουν σε μια άκρη του
Ήσουν εσύ
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Εσύ ήσουν το όνειρο μου
Το γράφω να το βλέπω
Να το συνειδητοποιώ κι αυτό
Ξέρεις πώς σε είδα όνειρο μου
Με τα μάτια της ψυχής;
Άντρα σε είδα άμορφο…
Χορτάρι σε είδα πολύχρωμο…
Να τρέχεις μπροστά μου
σε είδα ασταμάτητα…
Να διώχνεις την πανέμορφη μετρέσα σου
για μένα
Να της σκεπάζεις το θεσπέσιο κορμί
με ένα μπουρνούζι
Να την αγκαλιάζεις τρυφερά
Κι εγώ εκεί να βλέπω
Να ματώνω
Και να μη με νοιάζει
(κενή σελίδα)
Να ζηλεύω το παρελθόν
που δεν έζησα
και που έζησες μονάχος,
νομίζοντας μαζί της
Να ματώνω,
αλλά να νιώθω σίγουρη
πως τη διώχνεις για μένα
και πως δε θα γυρίσεις
ποτέ πια πίσω σ’ αυτήν
που σου κρατούσε συντροφιά
τόσα χρόνια για μένα
Με κοίταξες στα μάτια,
καθώς την έσπρωξες από κοντά σου
Κι αυτό έχει σημασία
Μα όνειρο μου
δεν είδα τα μάτια σου
Είδα χορτάρια πολύχρωμα
Να τρέχουνε εμπρός μου
Με ταχύτητα φωτός
Κι ένα γαλάζιο τ’ ουρανού
πολύχρωμο
Όχι γαλάζιο
Τα χέρια μου σφιχτή αγκαλιά
να δένουνε εμένα
καθώς σε σκέφτομαι
Και ξύπνησα από σένα
Όνειρο μου
Και ήσουνα εκεί
Δεν είχες φύγει
Σε πίστεψα
Σε αμφισβήτησα
Σε πίστεψα ξανά
Πάλι θα σε αμφισβητήσω
Και πάλι θα σε πιστέψω
Και κάθε φορά που θα το κάνω
θέλω να είσαι εκεί όνειρο μου
Όπως σήμερα το βράδυ
που πετάχτηκα στον ύπνο μου
Ξέρεις τι συνειδητοποίησα;
Γιατί δε τρώω αλάτι
Γιατί έχω χορτάσει από δάκρυα
που τρέχουνε στα χείλια μου
και ποτίζουν τη ψυχή μου
Και πάλι τρέχουνε
πάνω στο χαρτί μου
Αλλά όνειρο μου ξέρεις κάτι;
Ελπίζω να είναι δάκρυα χαράς
Τώρα πια…

Υ.Γ.
Μου λες τίποτα δεν είναι τυχαίο
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν
που πριν τη λέξη παρελθόν
αφέθηκε στην άκρη άγραφη
μια κίτρινη σελίδα
Ξέρεις γιατί;
Για το κενό του παρελθόντος!

Δημιουργός:ΜΙΠΣ

Μια θολή φωτογραφία.


Πρώτη φορά βάζω τελεία σε μια θολή φωτογραφία.
Παίρνω τις λέξεις που μου έδωσες και σου τις αφιερώνω κι ας ξέρω πως ποτέ δεν θα τις διαβάσεις.
Δε θα σε δω.
Δε θα με δεις.
Κι αν το θέλω.
Κι αν το θέλεις.
Τις βάζω σε σειρά
ΑΓΑΠΗ για ένα όνειρο που χάθηκε. Πάντα ήμουν «ονειροπαρμένη», ρομαντική, «αλαφροΐσκιωτη» .Μα αν χαθεί το όνειρο πώς να υπάρξει η αγάπη; Δεν υπάρχει! Γιατί τα όνειρα είναι άυλα, ανύπαρκτα, αερικά. Πόσο μου μοιάζουν… πόσο μου ταιριάζουν .Δίδυμα κι αυτά…
ΕΡΩΤΑΣ μόνο στη φαντασία του Πλάτωνα υπήρχε! Πουθενά αλλού! Τον σέβομαι τον Πλάτωνα! Τον θαυμάζω! Και δεν θαυμάζω συχνά… μα λέει ψέματα… δεν υπάρχει έρωτας! Ποτέ δεν υπήρξε! ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ! Και δεν είμαι απαισιόδοξη… απελπισμένη είμαι… έτσι απλά…
ΕΛΠΙΔΑ απέλπιδα οπότε…
ΒΟΗΘΕΙΑ… αλήθεια τη λέξη! Με κάνει να γελάω κι ας είμαι φτιαγμένη από υγρά. Γιατί έτσι είμαι φτιαγμένη… από δάκρυα και αίμα. Μια πληγή ολόκληρη… και αυτό είναι αστείο και με κάνει να γελάω! Άκου βοήθεια… τι γελοία λέξη πραγματικά… τώρα το συνειδητοποιώ…
ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ είναι ένα! Ο Πάγος…. Ο πάγος είναι μαγικός… κρύος… πόσο μισώ το κρύο… από τα λίγα πράγματα που μίσησα στη ζωή μου… τον γλείφω και με γλείφει, κυλάει στις φλέβες μου… υγρός κι αυτός άλλωστε… και τώρα πιο υγρός από ποτέ!
ΠΑΘΟΣ για το τίποτα, για το καθόλου , το ποτέ και το πουθενά. Πάθος για όλα τα άχρωμα, άοσμα, ανύπαρκτα! Ανύπαρκτο πάθος λοιπόν… ούτε καν ψυχικό!
ΖΩΗ αλλού!
ΑΓΓΕΛΟΣ ανύπαρκτος κι αυτός!
ΘΕΟΣ… και ΑΝΘΡΩΠΟΣ!
Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ… ανύπαρκτος κι αυτός!
Δημιουργός και αυτού του τίποτα… εγώ η ανύπαρκτη. Και πρώτη φορά βάζω τελεία και όχι θαυμαστικό.

ΜΙΠΣ

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Αν

Κοίτα με στα μάτια κι απάντησέ μου
Μα μη μου απαντήσεις... όχι
Δε θέλω να ξέρω
Θέλω μοναχα να ξέρεις πως αναρωτιέμαι
Αναρωτιέμαι τι θα γινότανε 
Αν ξεπερνούσα όλα τα 'αν'
Αν είχα το κουράγιο να σου πω όσα τριγυρίζουνε στις σκέψεις μου
Αν είχα τη δύναμη να μάθω την απάντηση
Αν είχα τα κότσια να σου πω πως σ'αγαπάω
Δειλή, αυτό είμαι
Κρύβομαι και φοβάμαι
Και καμιά φορά φτιάχνω νέες ελπίδες, πιο δυνατές
Νέα όνειρα, πιο όμορφα
Νέα 'αν', πιο απόλυτα

Πες μου: μ'αγαπάς;
Όχι... μη μιλάς
Φοβάμαι...
Πως θα γίνουν όλα στάχτη
Πως θα χαθείς
Πως θα νικήσει το 'αν' ξανά
Να το
Φουντώνει
Λαμπυρίζει
Φουσκώνει 
Παίρνει φτερά
Νικάει.
Αν μπορούσα μονάχα να αντισταθώ στην αμφιβολία που ροκανίζει τα πάντα
Αν.

Ασυναρτησία

-Πιστεύεις στ' αλήθεια πως έχει νόημα;
-Βέβαια
-Πώς;
-Δεν ξέρω… αφήνομαι στην πίστη μου.
-Πίστη..Πώς είναι να πιστεύεις;
-Να πιστεύεις είναι να δέχεσαι κάτι δίχως αμφιβολίες
-Αμφιβάλλω πως υπάρχει πραγματική πίστη..
-Τότε πολύ απλά πιστεύω πως δεν πιστεύεις στην πίστη
-Πιστεύεις εύκολα.
-Όντως. Είμαι ευκολόπιστη.
-Γιατί όμως;
-Δεν υπάρχει λόγος ή τρόπος. Απλά γεννήθηκα αυτή που είμαι, γεννήθηκα πιστεύοντας.
-Αρνούμαι να πιστέψω.
-Στερείς από τον εαυτό σου μια ακλόνητη βάση στον εαυτό σου.
-Δεν με ενοχλεί οποιαδήποτε έλλειψη βάσης. Βασίζομαι στο τίποτα.
-Χτίζεις στην άμμο
-Ίσως. Μα και πάλι αρνούμαι να πιστέψω.
-Σειρά μου να ρωτήσω γιατί.
-Απλά δεν μπορώ.
-Δεν νιώθεις μοναχή σου; Ανυπεράσπιστη;
-Μπα.
-Παράξενο.
-Ναι.
-Όλοι παράξενοι είμαστε...
-Χμμμ..Κι όμως..
-Κι όμως τι;
-Αν είμαστε όλοι παράξενοι.. τότε όλοι μας είμαστε κανονικοί.. Άρα οποιοσδήποτε κανονικός είναι παράξενος;
-Ερμηνεία του κανονικού;
-κανονικός -ή -ό [kanonikós]: που είναι σύμφωνος με ένα πρότυπο, με ένα υπόδειγμα, που δεν παρουσιάζει αποκλίσεις από αυτό.
-Τα πρότυπα πάλι.
-Παντού.
-Τα πάντα είναι βασισμένα σε πρότυπα.
-Κανονικός, παράξενος, πρότυπα= ασυναρτησίες.
-Κι όμως είναι παντού γύρω σου… είναι μέσα στο μυαλό σου
-Θα παλέψω
-Θ' αποτύχεις, θα σε πνίξει ένα τσουνάμι προτύπων
-Θα επιμένω
-Πάει καιρός που το ρητό δεν ισχύει. Ο επιμένων δεν νικά.
-Τουλάχιστον πολεμάει.


Δημιουργός: MIPS

Εαυτέ μου, κάνε μου μια χάρη



Έξυπνη κίνηση, εαυτέ. 
Ερωτέψου ένα ελεύθερο αγρίμι
Εκείνο που χάζευες με μάτια διάπλατα μέσα απ' το κλουβί σου
Σε ένα κίτρινο τοπίο που ξεδίπλωνανε τα στάχια
Πλησίασέ το, τα μάτια σου πίσω από σιδερένια κάγκελα
Να καρφώνουν τη ψυχή του
Να ζωγραφίζουν το περίγραμμά του σαν φλόγες
Ερωτέψου το αδύνατο, εκπληκτική επιλογή.
Οι πιθανότητες απροσδιόριστες: ανύπαρκτες
Κοίτα την καμπυλωτή γραμμή που άφησε πίσω του το αεροπλάνο 
Ταυτίσου μ' αυτήν, προσποιήσου πως είσαι ένα σύννεφο
Κι όχι ένα υπόλοιπο μιας όμορφης πτήσης
Κάνε τον εαυτό σου να πιστέψει πως εσύ είσαι η πτήση
Κάνε ένα άλμα πάνω απ' τα σύννεφα και να.
Απλώνεται μπροστά σου το βασίλειο του μπλε.
Αφέσου στα ριψοκίνδυνα όνειρά σου και ζήσε
Σε ικετεύω, ξεστόμισε τις λέξεις δίχως να το σκεφτείς
Άσε τη μοίρα να μπλέξει τα πάντα
Μη φοβάσαι πια
Άνοιξε το σεντούκι κι ελευθέρωσε τους ανέμους
Διώξε όλες τις ελπίδες
Κι ύστερα μετάνιωσε πικρά την επιπολαιότητά σου
Βάλε το χέρι σου στη φωτιά
Ποδοπάτησε τη νωθρή πλευρά σου

Εαυτέ μου, κάνε μου μια χάρη.
Ξεκλείδωσε τη ψυχή σου

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Τίποτα

Ένας πελώριος πίνακας
Κομμάτια του όλοι μας
Είμαι μονάχα μια κουκκίδα, το ξέρω
Αυτό είμαι και ήμουνα και θα 'μαι
Αυτό θέλω να 'μαι
Όμορφος ο πίνακας, έχεις δίκιο 
Τόσες μάσκες που φοράει
Τόσα υπονοούμενα..
Αναρωτιέμαι

...ραγίζει άραγε εύκολα ο καμβάς; Σχίζεται;
Θέλω ίσως να σπάσω τον πίνακα
Χίλια κομμάτια
Μεταξύ τους κι εγώ
Κι εσύ
Κι εκείνοι
Παραληρώ, ναι
Να το ξέρεις.
Μια φλόγα με καίει εδώ και καιρό
Μέσα βαθιά, στα σωθικά μου
Στριφογυρίζει, στριφογυρίζει και φέρνει τα πάνω κάτω
Ναι, λοιπόν, εκράγηκε
Ηφαίστειο.
Κούφια όνειρα τα ηφαίστεια: 
Βουνά σου συστήνονται μα καίνε, καίνε μόλις πλησιάσεις
Ολογράμματα 
Τ' αγγίζεις και χάνονται, υποχωρούνε στιγμιαία
Αέρινα φαντάσματα 
Σκόνη!
Σκόνη αφήνει πίσω του ένα ηφαίστειο, και στάχτη
Δικιά σου ή των ονείρων σου
Είσαι άραγε φοίνικας; Θα φανεί..
Θα πέσουνε άραγε ποτέ οι αχτίδες της αλήθειας δίπλα απ’ τους φοίνικες;
Θα ξεπεράσει το φως τη σκιά πίσω απ’ τις μάσκες;
Μαριονέτες, κούκλες, μάσκες, κλόουν
Διαφορά ασήμαντη
Κοπάδι, οδηγίες και κουνάτε το κεφάλι καταφατικά
Ψυχρά κομμάτια πίνακα
Πράσινα και μωβ, γαλάζια, ροζ
Πινέλα στα χέρια μου
Ξεφεύγει η γραμμή απ’ το περιθώριο
Καθώς προσθέτω μια πορτοκαλιά κουκκίδα 
Στο περιθώριο, το δεύτερό μου σπίτι
Αγωνίζομαι να αγγίξω τις γραμμές σου
Δάκρυα κυλάνε αλμυρά στα μάγουλά μου
Σμίγονται με τις μπογιές
Νερομπογιές
Ζωγραφίζω εσένα κι ύστερα σε μουντζουρώνω
Αναστενάζω και γίνεται ο αναστεναγμός οργή
Φοβάμαι
Σχίζω τις ελπίδες όσο μπορώ
Μ’ αυτές ακόμη ζούνε
Πίκρα, κι ένα ραδιόφωνο που δε σταματάει να παίζει
Οι νότες τρέχουν κι εγώ μένω πίσω
Κι όσο πίσω μένω τόσο πιο πολύ έχω να τρέξω αργότερα
Μα νοσταλγώ το παρελθόν.
Αεράκι που ανακατώνει τις σκέψεις
Ή μάλλον όχι... τυφώνας.
Κοπήκανε τα σχοινιά που είχα δέσει στη γη
Αιωρούμαι τώρα σε μια καταιγίδα
Με τυλίγουν σύννεφα
Απελπίζομαι
Και αποφασίζω
Πως δεν έχω τίποτα ν’ αποφασίσω
Τίποτα να κρίνω 
Και τίποτα πια να πω.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010

Η Αλαφροΐσκιωτη



Είδα ένα δάσος μακρινό
έβαλα μπρος  να  φτάσω…
Μα κει  ψηλά στον ουρανό
νέφη πλεγμένα αγέρα

Να σου προβάλει αλαργινά
μια παιχνιδιάρα αχτίδα
Την βλέπω και χαμογελώ
και δείχνω να πιστεύω

Ξάφνου ανοίγουν ουρανοί
και στάλες πλημμυρίζουν
Και τότε δάκρυα πυκνά
μάτωσαν την ψυχή μου

Και τρέχει ο νους μου μακριά…

Σε θάλασσες κοχύλια
και σ’ ένα απύθμενο γιατί
μες της ψυχής τα κύματα
χιονιάς και καταιγίδα

Και τότε πέταξε πουλί
και έσβησε τη σκέψη
Το βλέμμα μου τραβήχτηκε
απ’ της βροχής τη πλάνη

Κοίταξε το πετούμενο
και σκίρτησε η ψυχή μου
Τα δάκρυα στεγνώσανε
και σκέφτηκα πως θα’ ρθεις

Τότε πυκνό μυστήριο
εκάλυψε τη φύση
και εφάνης σαν μικρός Θεός
του έρωτα της δίψας

Και γω σε καλωσόρισα
ξανά μες την καρδιά μου
Αλήθεια πως δεν έφυγες
στιγμή απ’ τη ματιά μου

Θέλω να σφίξω  εδώ σιμά
την άκρη του ματιού σου
που με κοιτά καρτερικά
και μιας μου γνέφει λάθη

Πότε δε μου συγχώρεσες
την έννοια που σου είχα
του αθάνατου τ’ αγκάλιασμα
και της σιγής τα πάθη

Ξέμακρη μ΄ αναζήτησες
μα σαν ήρθα κοντά σου
για μια φόρα μου ζήτησες
να μπω στην αγκαλιά σου

Μα να της άρνης το νερό
με τρόμαξε και είδα
πως σαν μυστήριο σκοτεινό
θε να ναι η γη μαζί σου

Έτσι πια μόνη θα διαβώ
το δάσος της ζωής μου
Θα βλέπω δέντρα λυγερά
με χέρια απλωμένα

Μα θα ναι απάτης φρένιασμα
απλά κλαδιά ριγμένα
Και έτσι πια ξεμάκρυνα
Στο δάσος ούτε μπήκα…


Δημιουργός : MIPS


Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Το λίγο της ζωής μου


Κιμωλίες ασθενικές
γράφουν σε μαυροπίνακες
το νόημα της ζωής
που κανείς πια δεν πιστεύει
Και συ κοιτάς κατάματα
μάτια μικρών παιδιών
Και νοιώθεις τύψεις
για το λίγο του κόσμου
Είναι μικρές ψυχές
που σε ρωτούν
 τα τι και τα πως
Μα τι να απαντήσεις;
Να πεις άραγε ψέματα;
Πως όλα είναι ονειρικά πλασμένα;
Μα τα παιδιά σε κοιτούν κατάματα!
Μα να τους πεις αλήθειες;
Να γκρεμίσεις καταγάλανους ουρανούς;
Κοιλάδες ψευδαισθήσεων;
Πηγάδια γνώσης αιώνιας;
Θάλασσες θαυμάτων κι ονείρων;
Ποια είσαι εσύ που θα γκρεμίσεις
τα όνειρα μικρών παιδιών;
Μια άθλια απελπισμένη;
Μια εικασία ψεύδους;
Μια ύπαρξη ανίκανη να αγαπήσεις;
Ποια είσαι εσύ;
Κοιτάξου στον καθρέφτη…
Τι βλέπεις;
Μάτια απύθμενα,
στόματα παρενθέσεις,
χέρια κλαδιά πεσμένα
Και θέλεις να μιλάς;

Σώπα επιτέλους!
Δημιουργός:MIPS

Γυρνώ τον κόσμο


Γυρνώ τον κόσμο
και τον κοιτώ ανάποδα
Αλλού Ελλάδες
Αλλού Αμερικές
Αλλού Ασίες και Ευρώπες
Που κατοικείς και που κοιτάς
σημασία δεν έχει
Έχει αξία το που βλέπεις
Και βλέπεις θάλασσες γαλήνιες
Και άστρα φωτισμένα
απ’ των ψυχών τα χάδια
Και πειρατές ανέμελους
που κούρσεψαν ελπίδες
Και Παναγιές θλιμμένες
που τόλμησαν να αναρωτηθούν
πώς να ναι άραγε ο κόσμος
αναποδογυρισμένος
Γιατί πως έχει
δεν μπορούν να τον αντέξουν άλλο!
Δημιουργός:MIPS

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2010

Βροχή



Το μουντόχρωμα του ουρανού 
ταιριάζει στην ψυχή μου
σα βρέχει…
Πλέρια γεμίζουνε τα μάτια μου
σταγόνες θάλασσα
σα βρέχει…
Και λούζονται τα μαλλιά μου 
μ’ ανάσες σου ζεστές
σα βρέχει…
Έλα και σφίξε μου το χέρι 
και δώσε μου πνοή
σα βρέχει…
Έλα και άγγιξε 
τις σφαλισμένες πόρτες 
της καρδιάς μου
σα βρέχει…
Έλα και σβήσε μου τη δίψα 
με μια σου λέξη
σα βρέχει…
Έλα και πες μου σ’ αγαπώ
σαν να’ ναι η τελευταία φορά
που βλέπουμε βροχή…
και άσε ν’ ανθίσει για πάντα
το ουράνιο τόξο στα μάτια των παιδιών
Και γω ας μην υπάρχω πια…
Φτάνει που έζησα για μια στιγμή
 μες απ’ τα μάτια σου
σαν γυάλισαν οι δρόμοι απ’ τη βροχή

Δημιουργός :MIPS

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

Πανσέληνος




Φως στην ενδοχώρα της ψυχής αχνοφέγγει…

Είναι οι φλόγες των κεριών που τρεμοσβήνουν;
Είναι η αιωνιότητα των στιγμών ανάμεσα σε γη και φεγγάρι;
Είναι το χάδι της πανσέληνου που σβήνει
μέσα στην ανάσα των αισθήσεων;
Είναι μια μαγική μελωδία γεννημένη
από τη λάμψη των ματιών σου;
Είναι ένα ταξίδι σε θάλασσα γαληνεμένη
πέρα από τα σύνορα των ονείρων;
Είναι η ψυχή που αφήνεται να αιωρείται
ανάμεσα σε ανεκπλήρωτες επιθυμίες;
Είναι οι δρόμοι που δεν περπατήθηκαν
και οι στιγμές που έσβησαν από κόκκινη βροχή;

Είναι ένα  χάδι σ’ αυτά που δεν έζησες, μα τόσο ποθούσες
Τα αφουγκράζεσαι, τα αγγίζεις, τα βουτάς στην καρδιά σου
και αφήνεσαι στο μεθύσι των συναισθημάτων
Ακουμπώ ένα χάδι σε όσα δεν έζησα
Σε όσα δεν ένιωσα
Σε όσα δεν είπα
Μοναδικό σημείο αναφοράς , κοινό για τους δυο  μας , η πανσέληνος
Μου λες την κοιτώ και σε βλέπω.
Σου λέω την κοιτώ και σε βλέπω.
Και έτσι κοιταζόμαστε στα μάτια ψυχή μου,
κι ας είσαι τόσο μακριά…
Δημιουργός: MIPS

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Νυχτερινό




Έφυγες…
Δε ρώτησες αν μου’ χει μείνει ανάσα
Δεν άντεξες της ψυχής την ορμή
Δεν γεύτηκες του ονείρου το χάδι
Και ‘ γω, εδώ…
Μένω στο στερέωμα της νύχτας
να σ΄ ακολουθώ…
Πηγαίνω τον δρόμο της δίψας
για το χαμένο όνειρο
Πώς ν΄ αντέξω τόση μοναξιά…

Παίρνω το δρόμο του φευγιού..
Μέσα στη νύχτα…
Φώτα ολούθε αναψοκοκκινίζουν
Τρεμοπαίζουν και διαδοχικά σβήνουν
καθώς τα προσπερνώ
Κοιτάζω χωρίς να τα βλέπω,
γιατί τα μάτια της καρδιάς μου
είναι σφαλισμένα,
συγκεντρωμένα μόνο πάνω σου..
Προσπερνώ τα σκοτεινιασμένα σπίτια..
Οσμίζομαι τις νότες τις βροχής,
καθώς χτυπούν ανελέητα τα τζάμια.
Και ξεμακραίνω με ιλιγγιώδη ταχύτητα,
Χωρίς προορισμό..

Και φεύγω…
Φεύγω για να μη γευτώ
του αποχαιρετισμού τα πικραμύγδαλα.
Φεύγω…
Για να μη νιώσω του χειμώνα την φύση.
Φεύγω για να μην υπάρξω χωρίς εσένα.
Δε θα μπορέσω να υπάρξω χωρίς εσένα..

Δυο παιδικά μάτια με κοιτούν δακρυσμένα
Μια ανάσα αθώα καθισμένη
σε ψηλό μαντρότοιχο με κοιτά
και με σφαλίζει για πάντα.
Όχι δε μπορώ
να ξεπεζέψω από της ζωής μου το άρμα
Όχι δε μπορώ
να μηνύσω του τέλους την ύπαρξη
Όχι δε μπορώ
να φιλήσω του Άδη τα χείλη

Δυο παιδικά μάτια αθώα με κοιτούν
και μου στέλνουν πνοές ανάγκης
Δυο μάτια από ψηλό μαντρότοιχο,
δυο χέρια με κρατούνε για πάντα
Και δεν αντέχω να φύγω…
Τρέχω με ιλιγγιώδη ταχύτητα
Προσπερνώ ανυποψίαστους διαβάτες
Χαμογελώ κι ας μην πιστεύω πια στη χαρά

Δακρύζω
Κραυγάζω
Σπαράζω
Κανείς δεν μ΄ακούει..
Γιατί;
Γιατί δε μ΄ ακούτε..
Ε… διαβάτες ,
εσείς που ξεμακραίνετε
και μ΄ αφήνετε μόνη
Γιατί δε μ΄ αγγίζετε;
Γιατί δε με θέλετε;
Γιατί με φθονείτε;

Τρέχω προσπερνώντας πανύψηλα δάση
Μπαξέδες ξέχειλους με αρώματα λήθης
Ουρανούς ξάστερους με πανσέληνους μαύρες
Και θέλω να φτάσω στο αδιέξοδο της μοίρας
Σε γκρεμό βαθύ να πετάξω
Σαν πουλί να πετάξω και να βρω λυτρωμό
απ’ της ψυχής μου τα πάθη.
Μα δε μπορώ..

Δυο μάτια παιδικά με κοιτούν
Μου μιλούν
και μου λένε
«Ζήσε!»

Δημιουργός: MIPS

Εφιάλτης



Υπάρχουν ολόκληροι άνθρωποι;

Γύρω μου
ακρωτηριασμένα μέλη
Ψυχές αλλού
Σώματα αλλού
Μυαλά πεταμένα
σε αχανείς αβύσσους
Κάθε νύχτα ο ίδιος εφιάλτης
Κάθε νύχτα ο ίδιος εφιάλτης
νεκρής γυναίκας
με ρούχα κόκκινα
Με κοιτά
μου χαμογελά
και σφίγγει τη ζώνη του παλτού της
έτοιμη να φύγει
Μα μένει εκεί και με κοιτά
Στα μάτια με κοιτά με ικεσία
και μου χαμογελά
και με προσμένει
Δε μπορώ να σταματήσω
Δε μπορώ να σταματήσω
Με μαγνητίζει η ματιά της
με μαγεύει
Και ξεμακραίνω
από τον κόσμο
Και κλείνομαι
Και κλείνομαι
Τα μάτια μου παίρνουν φωτιά
Τα χείλη υγραίνονται
Η ψυχή ξεμακραίνει
Και χάνεται
... χάνεται

Μέλη ακρωτηριασμένα
Ψυχές... κορμιά ματωμένα
Υπάρχουν ολόκληροι άνθρωποι;

Δεν ξέρω…

Δημιουργός: MIPS