Σκύβοντας πάνω ἀπ᾿ τῆς ψυχῆς μου τὴ συσκότιση

στίχους ἰσχνοὺς θὰ ἐπιδείξω
ἀποκλεισμένους ἀπὸ ἀπρόσμενη κακοκαιρία
ποῦ πλήγωσε θανάσιμα
κάποιο δειλό μου λυκαυγές.

Πολλὰ θὰ λὲν οἱ στίχοι αὐτοί,θὰ δεῖτε, θὰ διαβάσετε.
Ὁ τελευταῖος μόνο στίχος τίποτε δὲν θὰ λέει.
Κοιτώντας θλιβερὰ τοὺς προηγούμενους θὰ κλαίει.

Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ



Ντύνω με χάρτες τους τοίχους και ταξιδεύω πλήρης.
Ένα τσιγάρο, λίγο κρασί κι αποσκευές οι λέξεις.

Θα καταλήξω στης Σαπφούς.
Εκεί, στα μπαλκόνια που κρέμονται πράσινες γλάστρες και κοπέλες με πράσινα βλέμματα.

Εκεί , στους οίκους ενοχής που ο Έρωτας βολτάρει με ειλικρίνεια.

Εκεί, στα μαγειρεία που οι μυρωδιές είναι ατόφιες και τα νάιλον τραπεζομάντιλα γεμάτα τρύπες από βαριεστημένα δάχτυλα που μπήγονται μέσα τους.

Εκεί, στα δωμάτια που οι άντρες φιλούν τα πόδια των κριμάτων τους ,ενώ στα δικά τους πόδια φορούν ακόμα τις κάλτσες τους - κάποιοι τις βγάζουν γρήγορα, νοικοκυραίοι αυτοί.

Εκεί, που όταν ο ήλιος πια μπαίνει από τα παράθυρα, οι πόρνες ρωτούν γεμάτες περιπάθεια: «Μ’ αγαπάς;» και στις άκρες των χειλιών κρέμεται η νύστα από τα χορτάτα σώματα.

Κι όμως.

Εκεί, οι πόρνες δεν κοιμούνται. Διπλώνουν λευκά καράβια τις άκρες των κοκαλωμένων -από αναγραμματισμένη οδύνη - σεντονιών και ψάχνουν για νέα λιμάνια στους χάρτες των τοίχων τους.

Να εκεί… στην Λατινική Αμερική κάτω από το παράθυρο, ψάχνουν τα καταχωνιασμένα βινύλια. Ακούν στη διαπασών λίγη Jazz και στο κατόπι ένα γρήγορο swing, λικνίζουν τα νωχελικά κορμιά και δένουν με σπάγκους τις σιωπές.

Έπειτα, ανάβουν ένα τσιγάρο, βρέχουν τον ουρανίσκο τους με λίγο κρασί, διπλώνουν το τετράδιο κάτω από τη μασχάλη και κατεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά ψιθυρίζουν :

«Ίσως να κοιμηθώ ένα βράδυ, κι ας στάζει το ταβάνι ελπίδες»
-mips-

Φτηνή ενδοσκόπηση ΙΙ



Μου λένε: «Δε μιλάς, μόνο γράφεις!»
Τι πιο ανόητο από το να μιλάς σε μυαλά κωφάλαλα!
Και με την ανοησία είμαι δεσμευμένη χρόνια. Δεν έχω τίποτα μαζί της.
Και όπως οι κωφάλαλοι , δικαιωμένη από τη φύση μου κι εγώ.

Ζωγραφίζω δίχως στόμα, αν και τυφλή.

Μια πεταλούδα ήρθε και κάθισε στα χείλια μου.
Φοβάμαι μη την τρομάξω.
Τα νύχια μου φαγώθηκαν, ξύνοντας πληγές.
Δε μιλάω… Τι να πω…
Ίσως, κάπου, κάπως, κάποτε, κάποιος ακούσει τις σιωπές μου.
-mips-

Η αιώνια πάλη


ΛΕΗΛΑΣΙΑ


Με πανσέληνη ψυχή
μέρες χτίζεις στην άμμο. 
Υγρά βότσαλα σκίζουν 
τα ηλιοκαμένα χέρια σου. 

Κι εσύ εμμένεις … 

Δεν ξέρεις πως σαν δύσει 
μοναδικό σου λάφυρο το μαύρο; 

-mips-

Αγία Υπομονή


Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Δίστιχα Του Έρωτα




Χαρτί στη χούφτα μου το "Σ' αγαπώ" σου.
Χριστού χέρι πια... Καρφί το "δήθεν"...
v  
Τιμώρησε με… Θάλασσα εσύ κι εγώ ο πνιγμός σου,
όσο δε λέω αντίο… Κι ύστερα ήρθε το γκρι.
v  
Ένα βλέμμα θανατώνει, όσα δεν ειπώθηκαν
Ένα βλέμμα πληγώνει, όσα έπαψαν να ζουν
v  
Διατίθεμαι σε πλήρη ακαταστασία,
κατά  αποκλειστικότητα όμως...
v  
Σκάει στα χέρια μου  εκρηκτικός μηχανισμός
Κι ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη...
v  
Κίτρινο το χρώμα του έρωτα.
Μικρό κινεζάκι ρίχνει σχιστές ματιές
v
Σ' αγαπώ
Σκέτο!
v  
Σκοτώστε τον Έρωτα!
Αργός θάνατος δεν του αξίζει...
v  
Πληρότητα σημαίνει
να ζήσεις τον έρωτα μέσα από τα ιδανικά του μάτια.
v  
Κάθε μέρα που ξημερώνει
Αξημέρωτα σε θέλω…
v  
Λάσπη εγώ κι εσύ η υγρασία μου
Έτσι γεννήθηκα…
v  
Θα σε ποτίσω αμαρτία. Θα με ποτίσεις θάνατο.
Κι έτσι πιωμένοι θα αλητέψουμε…
-mips-

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ


Αρνούμαι να είμαι μια παρένθεση
σε παράγραφο ημιτελή!
Προτιμώ τελεία!
Πεζή πραγματικότητα!
Ξενόφερτη λέξη!
Άγραφος νόμος!
Οργισμένο τίποτα!
Ηχώ σε κενό τοπίο!
Όχι παρένθεση!
Όχι!
Προτιμώ τελεία!
Όχι τρεις!
Μία!
Μία, αλλά μοναδική!

 (Καληνύχτα στους λογικούς!
Εγώ Παραλογίζομαι!)
-mips-

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

ΡήΓμα



Λέξη είμαι.
Σκόρπια, άτακτη, δίχως εικόνες.
Μόνο ήχους  κι αρώματα  
που φθίνουν στο χρόνο.
Λέξη είμαι  για λίγες ώρες.

Ρήμα αίσθησης,
ασυναίρετου πάθους .
Πνεύμα δεν έχω,
ούτε περισπωμένη
Μόνο οξεία θλίψη.

Λέξη είμαι
από κόκκινο μελάνι,
έτοιμη να χυθώ στο χαρτί .
Υγρή και μύχια σκέψη.
Ένα σημαίνω:

 «Ε-ΛΕΥΘΕΡΙΑ»
«Λ-ΥΤΡΩΣΗ»
«Α-ΝΑΣΑ»
ΕΛΑ!
Απόψε ριγώ…

-mips-

Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012

Αγρίμι Φωτοποίηση


Ευτυχία




Κλειδωμένες μνήμες
στο ερμάρι του χρόνου.
Μια μια τις ανασύρω…
Μετρημένες ανάσες μια μια.
Χαμογέλασε τόσες φορές η ζωή;


Τελικά ευτυχία εστί

κλειδωμένα παρελθόντα χείλη .

-mips-
Δημοσίευση στο περιοδικό Αντι Χ Λόγου

ΒΕΡΕΝΙΚΗ


Ως Κόμη, εγώ, της Βερενίκης 
χάρισμα κάνω στους Θεούς 
τα πλούσια μαλλιά μου σαν έρθεις.

Άργησες...

Ουρλιάζει η στιγμή τόσο κενό:
"Μια αγκαλιά να μη μπορώ...
Σαν ο κόσμος ν' άδειασε από ανθρώπους."

-mips-

Ελευθερία-Βιντεοποίηση

Ελευθερία Φωτοποίηση


ΧΑΡΑΥΓΗ



ΠΡΑΞΗ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ:

Εσύ ήμουν εγώ
……..



ΠΡΑΞΗ ΤΕΛΕΙΩΣΗΣ:
Αντιμεταθέτω τις σάρκες,
για να ορίσω παρόν,

παρελθόν και μέλλον.
Από αγιοπότηρο 
ρουφώ τις αμαρτίες σου.
Πετώ ζοφερές ανάσες
εντός του και λιώνω.
Εσύ κολασμένη γεύση 
στα χείλη ποθείς…


ΠΡΑΞΗ ΜΕΘΕΞΗΣ:
Ξεχνιέμαι τις χαραυγές 
Ο δρόμος είναι γλιστερός
Δε νιώθω κινδύνους…
Ριγώ, τρέμω, πεθαίνω !
Πίνοντας αχαλίνωτα μαρτύρια, 
σκορπώντας παντού τις γεύσεις, 
σαρκάζω την υγρή μου θλίψη
με βλέφαρα ριγμένα στο πάτωμα
Στο στόμα σπασμοί, τόξα λαιμοί
Χέρια ριγμένα στο άπειρο
Σαν γάτα κουρνιάζω…



ΠΡΑΞΗ ΥΠΟΤΑΓΗΣ :
Μια χαραυγή μου δική σου…



ΠΡΑΞΗ ΣΥΖΕΥΞΗΣ :
Τώρα που σώμα μου έκλεψες
τιμωρία σου αιώνια
να νιώσεις τι νιώθω: 
…ΜΑΝΙΑ!



-mips-

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ι



Ζωγραφίζω την φυγή μου.   
Μιας σιωπηρής αλήθειας κλειδοκράτορας. 
Δεύτερη φορά λιποτάκτης.   
Χρωματίζω τρία γαλάζια φιλιά 
και μόνο εγώ ξέρω το γιατί. 
Σου είπα κι άλλοτε. 
Μη με πλησιάζεις.
Σκιά είμαι  
και τέσσερις φορές 
πετώ για σένα. 
Με πέντε ανάσες κάθε νύχτα σ' αποχαιρετώ. 
Μισή ντουζίνα παρελθόν.  
Εφτά λεπτά μου θέλησες. 
Οχτώ  . 
Την ένατη με πέθανες. 
Φεύγω τώρα... 
Αντίο! 
-mips-

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΙΙ



Ιχνηλασία στην άμμο οχτώ φορές.
Την ένατη πατώ στα πόδια μου και φεύγω.
Δύο φορές οχτώ πληγές.
Τόσο κρατά ο έρωτας.
Την ένατη δεν έχω πόδια.
Πετάω...
-mips-

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ



Τον σπαραγμό πώς να τον ζωγραφίσεις;

Με μάτια γερμένα; 
Με χείλη σφιγμένα;
Δυο χέρια ξεσκίζουν σάρκες
Αιώνες απλωμένη πείνα
Κι αυτά δε φτάνουν….

Τον σπαραγμό πώς να τον πεις με λέξεις;

Με ποια πι; 
Με ποια ρο; 
Ένα μακρόσυρτο άλφα
Κι ένα χι μοναδικό
Κι αυτά δε φτάνουν…

Λες απλά «Φίλα με!» και σπαράζεις…
-mips-

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Περίπατος



Παράξενο που  ‘ναι τούτο το βράδυ.
Στο μαγαζάκι της ζωής κουνιέται ρυθμικά
η επιγραφή «ΚΛΕΙΣΤΟΝ» από νωρίς…

Δεν ήθελα πολλά.
Μια φούστα μόνο κόκκινη
να ανεμίζει την ελευθερία μου.

Χωρίς ραφές.
Σπιθαμή προς σπιθαμή
να ξηλώνεται η θλίψη στο πέρασμα μου.

Μα εσύ
ράβεις ξηλώνεις μια μια τις μέρες
Κοιτάς απαθής τα ριζωμένα στο χώμα τακούνια μου.

Αποφάσισες να πλέξεις στα δάχτυλα σου
όλα τα κόκκινα του κόσμου
Γι’ αυτό φεύγω!

Τα χείλια άσπρισαν.
Τα μάτια κούρνιασαν.
Έμειναν να ανεμίζουν
 ισχνές ατσάλινες ελπίδες.


Εν τέλει βουλώνω τα’ αυτιά μου
με ματωμένο μπαμπάκι.

Είδες;
Σου κλέβω λίγο τελευταίο ΚΟΚΚΙΝΟ…
…………………………………………………………..

Ξημέρωσε…

Τι άχαρη μέρα…

Κουλουριάζομαι.
Διπλώνω την άστεγη γύμνια μου στο κεφαλόσκαλο.
Τελευταίο βλέμμα, η μοναχική επιγραφή
που μόλις κρέμασε ο υπάλληλος.
«ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ»

Τι ειρωνεία…
                       
Κι ήθελα μόνο μια κόκκινη φούστα ελευθερίας…

-mips-

Η Σοφία των ανθρώπων



Μου έλεγες  για τους ανθρώπους
ότι τους πνίγει η σιωπή.
Δε μιλάς!

Εσύ,
που έδινες μαθήματα ζωής…
για παραγγέλματα  Θεών.
Τώρα;
Πώς να πιστέψω σε Θεούς,
όταν με πνίγει η σιωπή σου; 

Εγώ,
σαν τον μελλοθάνατο
που δεν του έδωσαν δικαίωμα
τελευταίας επιθυμίας,
τελώ θυσία.

Οι Θεοί δεν ήταν άδικοι .
Έριχναν κεραυνούς,
έπαιζαν με τρίαινες,
τοξοβολούσαν τα θύματα τους .
Ούτε για θύμα σου δεν άξιζα…

Νέκταρ και Αμβροσία,
ψυχή και σάρκα,
 δάκρυ και αίμα
για σένα τα κρατούσα.

Θεός εσύ, αλάθητος.
Θνητή εγώ, γεμάτη πάθη
κατάλαβα …
Ευθύνη εγώ για την καταδίκη μου.
Και συ για την αγάπη μου ευθύνη. 

Ήθελα να σε λατρέψω…
Σφαγή να γίνω στο βωμό σου…
Θυσία στα πόδια σου…
Ήθελα…
Μα οι Θεοί αποφασίζουν!

Τώρα πια
Πανό διαμαρτυρίας
τα σπλάχνα μου
για Θεούς που δεν υπήρξαν…

Υ.Γ.  Δεν ξέρεις όμως κάτι…
«Τίποτε νεκρό δεν ξαναπεθαίνει»
Σκότωσα αυτό που αγαπώ.
Νάτο…
Το διαβάζεις.
Είναι προσφορά.
-mips-

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Στη χώρα των θαυμάτων



Στη χώρα των θαυμάτων
πριγκίπισσες κρυστάλλινες
παραπατούν αμέτοχες
γυρεύοντας μια λήθη .
Με ροζ παπούτσια αόρατα
στην άβυσσο τσαλαβουτούν
κορώνα δε φοράνε
ούτε και με χρυσόσκονη
πασπαλισμένες είναι.

Κατάλαβαν ότι στη χώρα τους
Θαύματα ποτέ δε γίνονται
πως ζουν στη φαντασία.

Μια νύχτα αργή, ασθενική
Δεν άντεξαν στην ύπνωση.
Άνοιξαν την πύλη του φευγιού
Και χάθηκαν στο δάσος.
Συνάντησαν νάνους ερωτύλους
Φρίκης ξεβράσματα ανίερα…
Τους άγγιξαν με τα ψυχρά τους δάχτυλα
Κι ευθύς εξαφανίστηκαν
Γεμίζοντας δισάκια με διαμαρτυρίες

Έπειτα είδαν στεριανούς ψαράδες
Που ονειρεύονταν μια θάλασσα αγωνίας
Τους χάρισαν δυο δάκρυα που θέριεψαν
Και πότισαν μες τις ψυχές
Τον  στεναγμό του πόθου
Ελευθερία ζήτησαν στη γη
Σ’ ένα φτηνό ξεκοιλιασμένο στρώμα
μου πήρες σώμα, αίμα, δέρμα…
θνητέ μου έρωτα … …
χαρίσματα σου!

Μου άφησες τουλάχιστον στο χέρι την ψυχή..
-mips- 

Φτηνή ενδοσκόπηση



Καταπίνω τον εαυτό μου
ακόμη μια φορά
Φτύνω τις σκέψεις
σαν ενοχλητικά κουκούτσια
Τα  λάθη επαναληπτικές κρούσεις
σφηνώνουν κινδύνους

Υπήρξα μια φορά
ευτυχισμένη

Τώρα καταπίνω
τον εαυτό μου
Φτύνω τις λέξεις
σαν από συνήθεια
Και εξαχνίζομαι
Στο πέρασμα τους

Τι να σου κάνουν...
Κι αυτές
σαν τους ανθρώπους.
Νόμος της λήθης:
Τις απατάς
Σε ξεχνούν

Λέω παράνομα
να ζήσω
μήπως εν τέλει
στις λέξεις
με αποκτήσω
-mips-

Νεκρή φύση


Άνθος λωτού σε γυάλα κλεισμένο.
Ρόδα ξερά  προσπαθούν για ανάσες.
Ράφια γεμάτα αναμνήσεις.

Χτύποι -φυλακισμένοι κι αυτοί-
περιμένουν τρεις πρέζες ζωής,
δυο λόγια, ένα άγγιγμα.

Όλα φαντάζουν τόσο όμορφα στο σκοτάδι.
Εσύ στο σχεδόν και στο ίσως
Εγώ στο πουθενά και στο τίποτα

Οι άλλοι δικοί μας.
Εμείς μόνοι.
Μόνοι… 

Μόνοι  γευόμαστε καρπούς λησμονιάς,
αγκυλωνόμαστε πάθη και χίμαιρες.
Χλευάζουμε τους ζωντανούς!

Μόλις ξημερώσει μη με ψάξεις !
Μη φοβηθείς ! Όχι!
Τίποτα δε θα αλλάξει!

Ένα φωνήεν μείον εγώ.
Μόνη…

Ένα σύμφωνο συν Εσύ.
Μόνος…

 Και πάλι μόνοι.
-mips- 

Το ποτάμι



Είναι ποτάμι ορμητικό που σε συνεπαίρνει με τη δίνη του. Σε ξαφνιάζει με τη δροσιά του. Σε παρασύρει και νιώθεις πρόσκαιρη ευτυχία. Και μετά ανακαλύπτεις ξαφνικά πως το ποτάμι είναι θολό. Σε ρουφάει, σε παρασύρει,  σε καταπίνει και συ βουλιάζεις και χαίρεσαι. Δε θέλεις να σωθείς. Νιώθεις τις λάσπες του να κολλάνε επάνω στο κορμί σου και τις θεωρείς ιάματα. Βρωμίζεις και χαίρεσαι. Στον πάτο ξαπλώνεις και ηρεμείς. Τα πνευμόνια σου γεμίζουν θάνατο και χαίρεσαι. Λυτρώνεσαι από την απάθεια και κερδίζεις τη ζωή. Ελπίζεις να σωθείς. Ελπίζεις να χαθείς. Δεν ξέρεις τι ελπίζεις. Σε τι να ελπίζεις; Το ποτάμι είναι βρώμικο. Σε φτύνει. Σε ξερνάει. Δε μπορεί να ανεχτεί που το πλησίασες, που μπήκες μέσα του. Σε ρήμαξε και συ το νιώθεις σαν κομμάτι του εαυτού σου. Πως γίνεται; Εσύ ήσουν αέρινη. Δεν το ανεχόσουν το νερό. Καιρό στεκόσουν και κοίταζες τα ποτάμια να περνούν από δίπλα σου και δεν ήθελες ούτε το βλέμμα σου να σπαταλήσεις. Και τώρα; Γιατί να θέλεις να ξεδιψάσεις με απόνερα; Σκέψου… δεν είναι λογικό! Μα χωράει λογική, όταν σε άγγιξε η ψυχή του; Πενθείς… πενθείς και χάνεσαι για λίγα λασπωμένα απόνερα. Βουλιάζεις για μια ακόμα φορά και νιώθεις σταγόνα που σε ξέρασε το ορμητικό ποτάμι… και στάζεις… Στάζεις σταγόνες και συ…
Έτσι είναι ο άνθρωπος. Ποτάμι  θολό και βρώμικο… Μη ψάχνεις άλλο μέσα του. Τίποτα δε θα βρεις. Απογοητεύσου ήρεμα πια…  

Διάλογος με τον θάνατο



Σ’ ένα σκοτωμένο «σ’ αγαπώ»
βούλιαξα.
Ένα σκοτωμένο «σ’ αγαπώ» έγινα.
Πάλι.
Θεριό μέσα μου ο θάνατος
Σκίζει τις σάρκες να βρει φευγιό
Κι εγώ ψελλίζω…
«Μη μ’ αφήνεις μόνη…»
Όχι.
Πάλι.
Μόνη.
-mips-